Όλοι οι καλοί ήταν νεκροί

Απόσπασμα από μυθιστόρημα του Γεράσιμου Μπέκα

Το diablog.eu παρουσιάζει ένα απόσπασμα από το οικογενειακό έπος «Alle Guten waren tot» (Όλοι οι καλοί ήταν νεκροί) του συγγραφέα και θεατρικού δημιουργού Γεράσιμου Μπέκα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον εκδοτικό οίκο Rowohlt. Με εύθυμη διάθεση και δημιουργική ελαφρότητα διηγείται την αναζήτηση ταυτότητας του Άρη, ενός νέου που γεννήθηκε στην Ελλάδα και υιοθετήθηκε ως νήπιο από τον Χέλμουτ και την Γκίττε ως ένα είδος γερμανικής αλλά ιδιωτικής «αποζημίωσης».

Ο Γεράσιμος Μπέκας συμμετείχε το περασμένο φθινόπωρο στο Ελληνογερμανικό Συνέδριο Λογοτεχνίας Syn_Energy Berlin_Athens. Για τις 24 Μαρτίου 2019, 8 μ.μ. σας συνιστούμε ανάγνωσή του με ακόλουθο πάρτι στο φουαγιέ του Mainfranken Theater, Theaterstr. 21, 97070 Würzburg.

mann der liest

Ο Γεράσιμος Μπέκας στο Syn_Energy Berlin_Athens, ©Nelly Tragousti

Ο Άρης διέσχισε βιαστικά τον διάδρομο. Όπως έλεγε ο φάκελος, έπρεπε να πάει στο δωμάτιο 707 στο τέλος του διαδρόμου, το οποίο τουλάχιστον διέθετε δύο παράθυρα. Ολόκληρος ο όροφος έμοιαζε να βρίσκεται σε λήθαργο. Άκουγε μόνο τον ρυθμικό ήχο των μηχανημάτων επιβράδυνσης θανάτου. Μετά από κάποια ώρα διέκρινε έναν ρυθμό χορευτικό, γι’ αυτό μπήκε χωρίς δεύτερη σκέψη στο δωμάτιο της κυρίας Ξενάκη, σαν χορευτής που ακολουθεί ένα ρυθμικό τέμπο.

Η κυρία Ξενάκη βρισκόταν δεμένη στο κρεβάτι της, είχε γυρίσει το κεφάλι της προς τον αριστερό της ώμο και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Ο Άρης ξερόβηξε και της έγνεψε, προτού βγάλει τις σύριγγες από την τσέπη της ιατρικής του ρόμπας και αρχίσει να σημειώνει επάνω στα ταμπελάκια τους.

Η κυρία Ξενάκη τον κοίταξε προσεκτικά, χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Αν έκρινε κανείς από το βλέμμα της, ήταν μάλλον υποτονική από τα διάφορα φάρμακα. Με μια κίνηση ανασηκώθηκε, όμως, και τώρα έμοιαζε τελείως ξύπνια.

«Τι γυρεύεις από μένα;»

«Καλημέρα, κυρία Ξενάκη. Ήρθα, για να σας πάρω αίμα».

«Γιατί;»

«Θα στείλουμε το αίμα στο εργαστήριο και έτσι, θα μάθουμε περισσότερα για την κατάστασή της υγείας σας».

«Η κατάστασή μου δεν αφορά κανέναν. Γιατί δουλεύεις γι’ αυτούς;»

«Γιατί δουλεύω εδώ;»

«Ναι, γιατί δεν μαθαίνεις καμιά κανονική δουλειά;»

«Ο νοσηλευτής ηλικιωμένων είναι κανονικό επάγγελμα και μάλιστα με πολύ μέλλον». «Ήσουν σκράπας στο σχολείο;»

«Ορίστε;»

«Έπαιρνες ναρκωτικά και σάπισες τον εγκέφαλό σου; Χασισάκι; Χασισάκι;»

«Όχι, κυρία Ξενάκη. Ο εγκέφαλός μου λειτουργεί μια χαρά, ευχαριστώ ».

Η κυρία Ξενάκη σήκωσε το αριστερό της φρύδι και τον κοίταξε εξεταστικά.

«Δεν το καταλαβαίνω εγώ αυτό. Τι λέει η μάνα σου που πρέπει να δουλεύεις εδώ;» «Δεν πρέπει. Κανένας δεν με υποχρεώνει να δουλεύω εδώ».

«Δεν ντρέπεται η μάνα σου; Η δόλια. Μόνο όποιος έκανε παιδιά, μπορεί να καταλάβει αυτόν τον πόνο. Εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό, εκείνη έπρεπε να σε προσέξει και να σου δείξει τον σωστό δρόμο».

«Μπορώ να σας πάρω αίμα τώρα;»

«Άμα με πονέσεις, θα σε δαγκάσω». «Ευχαριστώ για την ενημέρωση, μου δίνει κουράγιο».

Οι φλέβες της ήταν εμφανείς, δεν ήταν στεγνές όπως των υπολοίπων του ορόφου, που εξαιτίας τους ο Δράκουλας θα πέθαινε από την πείνα, όπως συχνά αστειευόταν η Κλαούντια. Με λίγη τύχη, ο Άρης θα τελείωνε σε λιγότερο από πέντε λεπτά με τις τρεις σύριγγες. Και μάλιστα στον προβλεπόμενο χρόνο! Η κυρία Ξενάκη, παρά τις απειλές, δεν φαινόταν να πολυνοιάζεται για το τι ακριβώς έκανε στο χέρι της. Δεν τον έχασε από τα μάτια της, μέχρι που τελικά τα χείλη της άνοιξαν και εκείνη συνέχισε τις ερωτήσεις.

«Για λέγε τώρα, τι σόι Έλληνες είσαι του λόγου σου;»

«Δεν είναι καλά τα ελληνικά μου;»

«Καρφί δεν μου καίγεται για τα ελληνικά σου. Μοιάζεις κομμάτι παράξενος όμως».

«Είμαι αρκετά ικανοποιημένος με την εμφάνισή μου».

«Είσαι ψηλός σαν Τούρκος, αλλά κοιτάζεις σαν Εβραίος».

«Οι φυλετικές θεωρίες πρέπει να ήταν υποχρεωτικό μάθημα στο σχολείο σας».

«Φαίνεται στα θλιμμένα μάτια σου ότι σ’ έχει κουράσει η ζωή».

«Δίνουμε όλο μας το είναι για εσάς εδώ. Φυσικά και εξουθενωνόμαστε».

«Πολύ ξανθός για Μικρασιάτη, πολύ σκούρος για Βλάχο, στενοί ώμοι για Μακεδόνα. Η μύτη σου είναι υπερβολικά ίσια για Πόντιο. Και για άντρας, έχεις ελάχιστες γωνίες. Δεν έχεις φιλενάδα».

Στη φαντασία του, ο Άρης έβγαζε μια ηρεμιστική ένεση χοντρή σαν στιλέτο από τη ζώνη του και την κάρφωνε στον μηρό της κυρίας Ξενάκη χωρίς καν να την κοιτάξει. Εκείνη αποκοιμόνταν επί τόπου και εκείνος έβγαινε από το δωμάτιο, χωρίς να ρίξει βλέμμα πίσω του. Ενώ έφευγε, άναβε τσιγάρο ενεργοποιώντας τον ανιχνευτή καπνού και απομακρυνόταν αθόρυβα από το γηροκομείο.

«Μην με κοιτάς έτσι. Είσαι τριχωτός. Καμιά γυναίκα στον κόσμο δεν θα σε κοιτάξει, έτσι που είσαι. Ούτε καν Γερμανίδα. Είσαι θλιμμένος, μόνος και δυστυχισμένος. Δεν έχεις γονείς. Είσαι ορφανό».

Ο Άρης αναψοκοκκίνισε, αλλά προσπάθησε να προσποιηθεί ότι παρέμενε ατάραχος.

«Μήπως θέλετε να μου πείτε και το φλυτζάνι;»

«Δεν υπάρχει λόγος, δεν χρειάζομαι μαϊλίκια εγώ. Είμαι ψυχολόγος».

«Στον ιατρικό σας φάκελο λέει ότι είχατε εστιατόριο».

«Ε, και τι διαφορά έχει με τον ψυχολόγο, νομίζεις; Πρέπει να ξέρεις τους λόγους που θέλει να μεθύσει ο πελάτης, ώστε να ξέρεις και τι να του δώσεις να πιει και κυρίως, πόσο».

«Μάλιστα, είστε και φαρμακοποιός δηλαδή».

«Πρέπει να στέλνεις τον κόσμο σπίτι του πιο ευτυχισμένο απ’ όσο ήταν όταν μπήκε στο μαγαζί σου. Λιγότερο προβληματισμένο. Αλλιώς δεν θα ξανάρθει. Και πρέπει να τους ξεγελάς κάπως για να σου αφήνουν πουρμπουάρ, παρόλο που η μπύρα είναι ήδη αρκετά ακριβή».

«ΟΚ, νομίζω ότι ορίζουμε διαφορετικά την ψυχολογία, κυρία Ξενάκη. Καταλαβαίνω, όμως, πως εσείς είστε ψυχολόγος και εγώ τελείωσα. Θα περάσω πάλι αύριο».

«Περίμενε, λύσε με από ‘δω πέρα. Δεν είμαι δα κι εγκληματίας».

«Αυτά καλύτερα να τα πείτε στη συνάδελφό μου».

«Από παιδί ακόμα μού έμαθαν να φέρομαι στους ηλικιωμένους σαν ανθρώπους. Αλλά στις μέρες μας αυτό θεωρείται ντεμοντέ. Θα μπορούσα να ‘μαι γιαγιά σου».

Ο Άρης αγνόησε το επικριτικό της βλέμμα, χαλάρωσε τους ιμάντες στο πλάι, βεβαιώθηκε όμως ότι δεν θα μπορούσε να επιτεθεί σε κανέναν. Ύστερα κατευθύνθηκε προς την πόρτα χωρίς άλλη κουβέντα.

«Αύριο να μου πεις από πού κατάγεσαι, αντράκο».

«Μπορείτε να με λέτε Άρη».

«Ή θα σε λέω απλά αντράκο, αντράκο», κάγχασε και έπιασε το τηλεχειριστήριο για να κατεβάσει την πλάτη του κρεβατιού της. Ο Άρης ανατρίχιασε από το βουητό του μηχανισμού και πήρε μια βαθιά ανάσα, καθώς έκλεινε πίσω του την πόρτα.

Κείμενο: Γεράσιμος Μπέκας, απόσπασμα με την ευγενική παραχώρηση του εκδότη: „Alle Guten waren tot“, μυθιστόρημα, Rowohlt 2018. Μετάφραση: Μαριάννα Τσάτσου.

Εκδήλωση

24/03/2019, 8 μ.μ.: Ανάγνωση από το μυθιστόρημα «Alle Guten waren tot» (Όλοι οι καλοί ήταν νεκροί) από ηθοποιούς του θεάτρου, συζήτηση με τον συγγραφέα και ακόλουθο πάρτι στο Φουαγιέ του Mainfranken Theater, Theaterstr. 21, 97070 Würzburg

buchcover alle guten waren tot

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου