Καβάφης με άλλα λόγια

Βιβλιοπαρουσίαση της Έλενας Παλλαντζά

Για το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη έχει ειπωθεί ότι σπανίως καταβλήθηκε τόσο πολλή φροντίδα για τόσο λίγη ποίηση. Στο μικρό corpus των 154 αναγνωρισμένων ποιημάτων προστέθηκαν μετά το θάνατό του τα «Κρυμμένα», τα «Αποκηρυγμένα» και τα «Ατελή». Οι εκδόσεις Verlagshaus Berlin φιλοξενούν 23 από τα 75 κρυμμένα ποιήματα σε μια ξεχωριστή εικονογραφημένη δίγλωσση έκδοση που βραβεύτηκε από την Stiftung Buchkunst (Ίδρυμα για την Τέχνη του Βιβλίου) ως «ένα από τα ωραιότερα γερμανικά βιβλία» του 2016: Κonstantínos Kaváfis 1863-1933. Im Verborgenen, σε μετάφραση των Γιώργου Καρτάκη και Jan Kuhlbrodt. Η Έλενα Παλλαντζά με τη ματιά της Ελληνίδας και της μεταφράστριας…

 

Τα κατάλοιπα του Καβάφη άρχισαν να έρχονται στο φως αρκετές δεκαετίες μετά το θάνατό του, ανοίγοντας μικρά και μεγάλα παράθυρα όχι μόνο στο εργαστήρι ενός ολιγογράφου, αλλά και στην κάμαρη ενός δεξιοτέχνη του μισοσκόταδου. Ακόμα, ενός ποιητή που τράβηξε σαφείς -και ενδεχομένως επώδυνες- διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο μέσα και το έξω. Τα ανέκδοτα ποιήματα του αρχείου εκδόθηκαν για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1968. Το 1993 ακολούθησε η έκδοση με τον τίτλο «Κρυμμένα», εμπλουτισμένη με υλικό που βρέθηκε σε χαρτιά φίλων και συγγενών.

Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα / να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν. / Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε / τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου. / Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με / πολλές φορές που πήγαινα να  πω. / Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις / και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα — / από εκεί μονάχα θα με νιώσουν. / Aλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί / τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν. / Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία — / κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα / βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει. (ΚΡΥΜΜΕΝΑ)

Στη Γερμανία η πρώτη γνωριμία μ’ ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του αρχειακού υλικού -ποιήματα, πεζά, άρθρα, σημειώματα, ημερολογιακές καταγραφές κ. α.- έγινε με την έκδοση Konstantin Kavafis, Die Lüge ist nur gealterte Wahrheit (εκδ. Carl Hanser, Μόναχο 1991): Παρουσίαση τεκμηριωτικού πιο πολύ χαρακτήρα, με στόχο να συμπληρωθεί η εικόνα μιας αινιγματικής ποιητικής προσωπικότητας. Εδώ θα βρει κανείς δεκαπέντε από τα «Κρυμμένα» στην πιστή μετάφραση του Αστέρη Κούτουλα, μια μετάφραση-ηχείο που αγωνιά να διασώσει – επειδή το γνωρίζει χωρίς διαμεσολάβηση – κάτι από το καβαφικό ηχόχρωμα στα γερμανικά:

Aus dem, was ich tat und sagte, / sollte niemand zu ergründen suchen, wer ich war. / Eine Barriere war errichtet und ließ mich / mein Handeln ändern und auch die Art, mein Leben zu führen. / Eine Barriere war aufgebaut, ließ mich / oft innehalten, wenn ich anhob zu sprechen. / Meine unscheinbaren Gesten / und meine Schriften, die vielschichtigsten – / nur mit ihnen wird man ein Bild sich von mir machen können. / Vielleicht aber lohnt´s nicht, aufzuwenden / so viel Sorgfalt und Kraft, um uns´rer Bekanntschaft wegen. / Schließlich – in der vollendeten Gesellschaft – wird jemand, aus gleichem Holz wie ich, / sich frei offenbaren und handeln (VERBORGENES, μτφ. Α. Κ.).

Λίγα χρόνια αργότερα, μεγάλο μέρος του ανέκδοτου υλικού συμπεριέλαβε η έκδοση των Απάντων (εκδ. Amman, Ζυρίχη 1997), στην πεζολογική απόδοση του Robert Elsie κατά το πρότυπο της εμβληματικής γαλλικής μετάφρασης του Καβάφη από τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Στις αρετές αυτού του μεταφραστικού εγχειρήματος συγκαταλέγονται αναμφίβολα η λιτότητα και ο ρυθμός του:

Aus alldem was ich tat und sagte, / Möge keiner versuchen herauszufinden, wer ich war. / Ein Hindernis war da, / Das meine Taten und meinen Lebensstil gewandelt. / Ein Hindernis war da, / Das mich oft abhielt zu sprechen. / Meine unscheinbaren Taten / Meine deutlich verschleierten Schriften, / Aus ihnen allein wird man mich verstehen. / Aber vielleicht lohnt sich solche Anstrengung / Und Mühe nicht, mich ausfindig zu machen. / Später – in einer vollkommeneren Gesellschaft – / Wird ein anderer, beschaffen genau wie ich, / Sich frei offenbaren und handeln (VERBORGENES, μτφ. R. E.).

Είκοσι χρόνια μετά, η έκδοση του Βερολίνου ανοίγει εκ νέου το συρτάρι με τα «Κρυμμένα». Την επιλογή και απόδοση των 23 ποιημάτων υπογράφουν αυτή τη φορά ο Γιώργος Καρτάκης και ο Jan Kuhlbrodt, δύο καταξιωμένοι στο χώρο τους ποιητές-μεταφραστές, την εντυπωσιακή εικονογράφηση η Anja Nolte. Το ομώνυμο ποίημα ως εισαγωγικό υποβάλλει έντεχνα την προσδοκία μιας επί χρόνια ματαιωμένης αποκάλυψης. Είναι σαν ο ίδιος ο Καβάφης να προβάλλει μέσ’ από το χρόνο τραβώντας επί τέλους την κουρτίνα. Kαι ποιος θ’ αρνιόταν ένα τέτοιο κάλεσμα κρατώντας ανά χείρας «ένα από τα ωραιότερα γερμανικά βιβλία»;

Mein Handeln wird euch / nichts von mir offenbaren. / Meine Taten verbargen und verwandelten / mein Wesen und die Weise meines Seins. / Verwehrt war mir / zu sagen, / was ich sagen wollte. / Nur in heimlichen Handlungen / in verborgenen Schriften / bin ich als der erkennbar, der ich bin. Wahrscheinlich ist es aber nicht der Mühe wert / mich darin zu suchen, zu finden. / Später – in einer besseren Welt – vielleicht / wenn ein anderer sich darin findet / wird das was ich war verständlich sein und frei (UNSICHTBAR, μτφ. J. K. & J. K.).

Το υλικό, λοιπόν, δεν είναι καινούριο, ούτε επιφυλάσσει ηδονοβλεπτικές ή άλλες εκπλήξεις. Καινούριο είναι όμως το αισθητικό αποτέλεσμα: Ο Καβάφης σε νέα διάταξη, με άλλη φωνή. Αυθόρμητα μου έρχονται στο νου πολλοί γνώστες και αναγνώστες, κυρίως ελληνόφωνοι, που θα δυσκολεύονταν (ή θα αρνούνταν) ν’ αναγνωρίσουν τον δικό τους Καβάφη εδώ μέσα. Ποιος είναι όμως ο δικός τους Καβάφης; Και ποιος ο δικός μας ή του καθενός από μας; Για ποιον ή για πόσους Καβάφηδες μιλάμε, όταν μιλάμε -ποιοι;- για τον Καβάφη; Πόσω μάλλον για τον μεταφρασμένο Καβάφη, με τον κατακερματισμό της φωνής εξ ορισμού δεδομένο; Κι όμως, η Δύση λάτρεψε τον Καβάφη αποκλειστικά μέσα από μεταφράσεις, επισημαίνει ορθά ο Jan Kuhlbrodt – γεγονός σχεδόν ακατανόητο για τον εξοικειωμένο με την αμίμητη καβαφική ιδιόλεκτο αναγνώστη. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι δημιουργοί τους δεν γνώριζαν καν ελληνικά.

Βέβαια, η πρόσληψη ενός λογοτέχνη εκτός συνόρων έχει πάντα τη δική της ιστορία που ενίοτε διαφέρει θεαματικά από την εντός. Το ότι αυτός ο έκκεντρος ποιητής, που κινήθηκε στις παρυφές της ελληνικότητας, τόσο ξέχωρα και -όπως η ιστορία απέδειξε- τόσο μπροστά από τη λογοτεχνική παραγωγή της κυρίως Ελλάδας, γνώρισε τέτοια επιτυχία στη Δύση, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε δυο πρόσωπα, που λειτούργησαν πολλαπλασιαστικά, και δυο λόγους: αφενός στο Βρετανό συγγραφέα Ε. Μ. Forster και άρα στη βαθειά εξοικείωση του Καβάφη με την αγγλική λογοτεχνία, γλώσσα και κουλτούρα και στον τρόπο που αυτή συνδιαμόρφωσε την ποιητική του και αφετέρου στο ζωγράφο D. Hockney και εν τέλει στην ομοφυλοφιλία του. Ο Forster γνώρισε τον Καβάφη προσωπικά στην Αλεξάνδρεια πριν εκατό περίπου χρόνια. Επιμελήθηκε των μεταφράσεών του και τον συνέστησε σε ανθρώπους όπως ο T.S. Eliot που, γοητευμένος από την ιστορική του αίσθηση, συμπεριέλαβε τον Καβάφη στο πάνθεον του μοντερνισμού. Μισόν αιώνα μετά ο άσημος ακόμη Hockney θα ανακαλύψει via L. Durrell τον Καβάφη στα νεανικά του διαβάσματα. Ταξιδεύει στην Αίγυπτο και τη Βηρυτό αναζητώντας την ατμόσφαιρα των ερωτικών ποιημάτων και φιλοτεχνεί τα περίφημα χαρακτικά (Illustrations for Fourteen Poems from C.P. Cavafy, Tate Gallery) που θα κάνουν διάσημους και τους δυο. Ο δρόμος προς το στερέωμα των διεθνούς φήμης αστέρων της ποίησης και τα πάσης φύσεως πεδία επιστημονικής έρευνας και καλλιτεχνικής ώσμωσης είναι πλέον ανοιχτός. Ο Καβάφης γίνεται ένας μύθος που ταξιδεύει στο χρόνο.

Είναι προφανές ότι τόσο με την επιλογή του υλικού και το πνεύμα της μετάφρασης, όσο και με την εικονογράφησή της η έκδοση των «Κρυμμένων» του Βερολίνου εγγράφεται στη δυτική αυτή παράδοση της καβαφικής πρόσληψης, με την οποία και συνομιλεί δημιουργικά. Μια παράδοση που εστιάζει, όπως είναι φυσικό, όχι στη γλώσσα και την «ελληνικότητα» (εννοούμενη πολιτισμικά, όχι εθνικά), αλλά -δανείζομαι εδώ τα λόγια του Γερμανού ποιητή Durs Grünbein (Der Spiegel 44/1997)- «στη διαχρονική αίσθηση του Ωραίου και στην ομοφυλοφιλία του, τις δυο βασικές δυνάμεις που διέπουν… αυτό το παράξενο κράμα Έλληνα λόγω γλώσσας και καταγωγής, κοσμοπολίτη της Μεσογείου λόγω παράδοσης και Ανατολίτη λόγω ιδιοσυγκρασίας, κλίματος και τόπου». Μοιραία, μια τέτοιου είδους προσέγγιση είναι μερικώς απλουστευτική και τείνει να καταλύσει την πολιτισμική ιδιοσυστασία του πρωτότυπου (επειδή κατά κανόνα την αγνοεί). Συγχρόνως όμως ανοίγει το δρόμο προς μια δυναμική, χειραφετημένη από ιδεολογήματα και απαλλαγμένη από το βάρος της κληρονομιάς θέαση.

Ως εκ τούτου δεν διαβάζω τη συλλογή Im Verborgenen ως «μια θαυμάσια συμβολή στην κατανόηση του διακριτικότερου μεταξύ των γιγάντων», όπως καταλήγει ο Βραζιλιάνος καλλιτέχνης και ποιητής Ricardo Domeneck στο κατά τα άλλα πολύ κατατοπιστικό επίμετρο της έκδοσης, αλλά ως ένα άκρως ενδιαφέρον και σύγχρονο καλλιτεχνικό παιχνίδι με τον Καβάφη. Ένα παιχνίδι «μεταποίησης» που ενεργοποιεί νέες δημιουργικές δυνάμεις και ανανεώνει το διάλογο της ποίησης με τις εικαστικές τέχνες, μεταφέροντας ένα δείγμα καβαφικής αύρας και προτείνοντας μια φρέσκια ματιά σ’ έναν ποιητικό μύθο. Ιδανικά, όμως, προϋποθέτει γνώση του Καβάφη. Προς αποφυγή παρανοήσεων ή προς εκτίμηση των αποκλίσεων που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη, όχι τόσο αντιπροσωπευτική, επιλογή ποιημάτων, από μια μετάφραση που διεκδικεί τις ελευθερίες της (και καλώς πράττει) και από την ένταση της εικαστικής γλώσσας. Και εξηγούμαι:

Περισσότερα από τα μισά ποιήματα της συλλογής είναι αμιγώς ερωτικά. Η αντίστοιχη, όμως, κατηγορία στο κυρίως σώμα των 154 ποιημάτων περιορίζεται περίπου στο ένα τρίτο, στα δε 75 Κρυμμένα μόνο στο ένα πέμπτο. Τα υπόλοιπα ποιήματα οργανώνονται δειγματοληπτικά γύρω από τον κορμό των ερωτικών σαν μια παλέτα θεμάτων: «Το σπίτι της ψυχής», «Όποιος απέτυχε», «Αιωνιότης», «Το πιόνι», «Δευτέρα Οδύσσεια», «Εν τω κοιμητηρίω», «Σπίτι με κήπον», κ.τ.λ. Ο ενημερωμένος αναγνώστης δεν θα απορήσει μόνο με την ψευδεντύπωση μιας έντονης πολυχρωμίας, αλλά και με την σχεδόν ολοκληρωτική απουσία του ιστορικού -ή έστω ψευδοϊστορικού- Καβάφη, όταν μάλιστα ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται «ιστορικός ποιητής». Ο λόγος είναι προφανής: Για την κατά το δυνατόν απρόσκοπτη πρόσβαση του σύγχρονου Γερμανού αναγνώστη στο ποιητικό σύμπαν αυτής της παράξενης ποιητικής φωνής η ανθολόγηση περιορίστηκε στα πιο εύπεπτα ερωτικά και ποικίλης ύλης ποιήματα, αποφεύγοντας εκείνα που προϋποθέτουν εξοικείωση με την ελληνιστική και βυζαντινή παράδοση και ιστορία. Τα κριτήρια της μεταφρασιμότητας, της πρόσβασης και της τέρψης είναι ως ένα σημείο σεβαστά. Δεν παύουν όμως να προάγουν μια μονομερή ή και αλλοιωτική εικόνα, ενώ, αν υπερεκτιμηθούν, ενδέχεται να μετατραπούν σ’ ένα στρεβλό φίλτρο που καθορίζει ενίοτε το τι θα αντέξει τελικά στο χρόνο.

Η μετάφραση ρέει θαυμάσια στα γερμανικά και πετυχαίνει δύο σημαντικούς στόχους: Πρώτον, πλάθει έναν αυτούσιο ποιητικό λόγο που δεν μικροφωνίζει, απαλλαγμένο απο εκείνη την απωθητική δυσκαμψία που χαρακτηρίζει συχνά τις δουλικές απέναντι στο πρωτότυπο μεταφράσεις. Και δεύτερον, υιοθετεί ένα απέριττο ύφος που σε γενικές γραμμές πείθει ως ένα πιθανό καβαφικό ανάλογο στη γερμανική γλώσσα έναν αιώνα μετά, ενώ το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς σε πολλά σημεία και για το ρυθμό: „Im Haus der Psyche toben die Passionen“ ή „Wer scheiterte, wer niederging, / wie schwer für ihn, die Sprache der Armut und andere Manieren zu erlernen!“ Για να πετύχει όμως αυτό το δημιουργικό αποτέλεσμα, χειρίζεται το πρωτότυπο ελεύθερα. Το εγχείρημα δεν μένει πάντοτε χωρίς παράπλευρες απώλειες: άλλοτε θυσιάζονται δυσμετάφραστες λέξεις ή σχήματα λόγου (όπως οι χαρακτηριστικές καβαφικές επαναλήψεις που ηχούν ομολογουμένως παράξενα στον μη εξοικειωμένο, π.χ. η λέξη «εμπόδιο» στο εισαγωγικό ποίημα που παρέθεσα ήδη), άλλοτε -προφανώς χάριν σαφήνειας- ερμηνεύονται μονομερώς (και ενίοτε λανθασμένα) ηθελημένες ασάφειες και αμφισημίες με αποτέλεσμα να καταστρέφεται η χαμηλόφωνη και κρυπτική αισθαντικότητα των ποιημάτων. Σε κάποια σημεία παρακάμπτονται ή παραμορφώνονται συστατικά στοιχεία της καβαφικής ποιητικής, για τα οποία -περιττό να υπενθυμίσω- έχουν γραφεί τόμοι βιβλίων. Αναφέρω μερικά παραδείγματα: Η παράλειψη του «ξανά(-πλάττω με το νου)» στο ποίημα Ο Γενάρης του 1904 ακυρώνει τον καίριο για την ποίηση του Καβάφη μηχανισμό της αισθητικής ανάκλησης του πόθου. Η μετάφραση «προδοτικά»/verräterisch στο στίχο «τον έρωτα που ήθελα -τα μάτια σου με το’ παν τα κουρασμένα και ύποπτα- είχες να με τον δώσεις» στο ποίημα Στες σκάλες αλλοιώνει το ήθος του ποιητικού χαρακτήρα. Η μετατροπή του «είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες» σε „sah ich in deine Augen, wie du mich erkanntest“ («σε κοίταξα στα μάτια και σε αναγνώρισα») στο ίδιο ποίημα καταστρέφει το επαναλαμβανόμενο μοτίβο της τυχαίας ερωτικής συνεύρεσης. Για το γνώστη του Καβάφη τέτοιες απώλειες αγγίζουν το όριο της οδύνης. Όποιος βέβαια καταγίνεται με την τέχνη της μετάφρασης, γνωρίζει ότι ως ένα βαθμό είναι αναπόφευκτες ή και θεμιτές. Ότι ακόμα και η δημιουργική παρανάγνωση μπορεί να οδηγήσει σε θαυμαστά αισθητικά αποτελέσματα. Ειδικά ο Jan Kuhlbrodt έχει τοποθετηθεί πολλές φορές σχετικά σε κείμενά του για την «Αποστολή του Μεταφραστή». Επειδή όμως στο μονοπάτι της δημιουργικής μετάφρασης τα όρια της δεοντολογίας, του μεταφραστικά καλού και κακού, είναι ρευστά, μια υπόδειξη ότι πρόκειται για ελεύθερη απόδοση ή αναδημιουργία θα προφύλασσε και τον ανυποψίαστο αναγνώστη από την πλάνη ότι προσεγγίζει και «κατανοεί» τον αλλόγλωσσο ποιητή με σχετική αμεσότητα.

Τέλος, οι σαρωτικές εικόνες της Anja Νolte, ολοσέλιδες ή πολυσέλιδες, σαν πολύπτυχοι πίνακες ή σαν γκράφιτι σε μεγάλους τοίχους, υπερβαίνουν τα όρια της απλής εικονογράφησης (και μάλιστα ποίησης) παραπέμποντας στην αισθητική του graphic novel. Εισβάλλουν κυριολεκτικά στη μικρή περιοχή των ποιημάτων, ενσωματώνοντας μέχρι και το βιογραφικό σημείωμα του ποιητή – υπόδειξη πως η γνώση στοιχείων του βίου του είναι μέρος της προτεινόμενης προσέγγισης. Και επιβάλλουν μια συγκεκριμένη ανάγνωση ψυχαναλυτικού προσανατολισμού που θεματοποιεί κατά κύριο λόγο την καταπιεσμένη ερωτική ταυτότητα του Καβάφη: άνθρωποι και ανθρωποειδή, ακαθόριστοι μηχανισμοί ή υβριδικές ανθρωπομηχανές, ζώα και φυτά σε έντονη παραμόρφωση μέσα σε σκηνικά από παιδικά παραμύθια τη στιγμή που μετατρέπονται σε εφιάλτες ή σε κάμαρες που θυμίζουν θαλάμους βασανιστηρίων – σαν να απελευθέρωσε κάποιος τις σκοτεινές δυνάμεις του απωθημένου. Σημειωτέον ότι μια ανάγνωση προς την κατεύθυνση αυτή υποστηρίζεται σθεναρά από κύκλους Καβαφολόγων που διερευνούν τη σχέση ποιητικής και σεξουαλικότητας, στηλιτεύοντας δικαίως τις ομοφοβικές αγκυλώσεις μεγάλου μέρους της καβαφικής κριτικής και έρευνας των τελευταίων δεκαετιών. Πέρα από τις επιφυλάξεις απέναντι στη μονομέρεια που χαρακτηρίζει ενίοτε τέτοιες θέσεις, εκείνο που μ’ ενδιαφέρει εδώ είναι κι ένα ζήτημα αισθητικής: Η εκκωφαντική αντίθεση των εικόνων με τους χαμηλούς τόνους της ποίησης που κλήθηκαν να εικονογραφήσουν. Τι κοινό μπορεί να έχει αυτή η χειμαρρώδης και ηχηρή αναπαράσταση του άσεμνου, του τρομακτικού, του ασφυκτικού, του νοσηρού και του αποκρουστικού μ’ έναν εστέτ ποιητή που αγάπησε όσο κανείς την ομορφιά και την τελειότητα της μορφής, μ’ έναν μαιτρ του συγκαλυμμένου και της αυτοσυγκράτησης; Και ενώ μισόν αιώνα πριν ο Hockney πετυχαίνει να απενοχοποιήσει το ερωτικό σύμπαν του Καβάφη με λίγες αδρές πλην γεμάτες λαγνεία γραμμές, απόλυτα συντονισμένος με τον λιτό τρόπο του ποιητή, η Nolte, εμπνευσμένη προφανώς απ’ το «κρυμμένο», κινείται στον αντίποδα των δυο δημιουργών με τους οποίους συνομιλεί: ζωγραφίζει πληθωρικά την ορμή του απωθημένου, την ενοχή που -στη δική της ανάγνωση- κρατά τα ποιήματα κλεισμένα στο συρτάρι, την ίδια την αποσυμπίεση.

Εκδοχές Καβάφη, λοιπόν, προσφέρει το μικρό καφετί βιβλίο με το χαρτονένιο εξώφυλλο, και το κάνει αναμφισβήτητα με μια καλαισθησία που αιχμαλωτίζει. Τέτοια που πιθανόν να άρεσε και στον ίδιο. Η ανοιχτή ράχη με τα μαύρα νήματα του δεσίματος ορατά, σήμα κατατεθέν της σειράς „Edition ReVers“ με την οποία το Verlagshaus Berlin παρουσιάζει «λησμονημένα, χαμένα ή ξεχασμένα χειρόγραφα», εντείνει την αίσθηση ότι περιεργαζόμαστε τα ποιητικά σύνεργα στο συρτάρι. Σκέφτομαι αυθόρμητα την ιδιάζουσα αυτοεκδοτική πρακτική του Καβάφη. Δεν έβγαλε ποτέ βιβλίο, παρότι του έγιναν οι σχετικές προτάσεις. Τύπωνε τα περίφημα μονόφυλλα που έδενε ο ίδιος σε αυτοσχέδιες συλλογές. Άφησε πίσω του τα «Κρυμμένα» με υποδειγματική ευταξία σ’ έναν φάκελο με την ένδειξη «να μείνει». Ναι, μπορώ κάλλιστα να φανταστώ αυτόν τον «διακριτικό γίγαντα» να κρύβει πίσω από έντεχνη σεμνότητα την ικανοποίησή του για την πρωτοβουλία του βερολινέζικου εκδοτικού: «…Αλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν…». Ενδιαφερόταν άλλωστε πάντοτε να μάθει και σημείωνε ανελλιπώς πού και πότε δημοσιευόταν κάποιο ποίημά του. Ακόμα κι όταν επρόκειτο για το ασήμαντο φύλλο μιας ελληνικής επαρχιακής πόλης.

Πεπεισμένος για την αξία του ο Καβάφης είχε εναποθέσει τη βεβαιότητα της δικαίωσής του στο απώτερο μέλλον. Γνωρίζουμε ότι κάποτε, σ’ ένα ελληνικό βιβλιοπωλείο της Αλεξάνδρειας, υπαγόρευσε στον ανταποκριτή ενός γαλλόφωνου περιοδικού τα παρακάτω λόγια, γραμμένα από πριν σ’ ένα χαρτί: «Ο Καβάφης, κατά τη γνώμη μου, είναι ένας υπερμοντέρνος ποιητής, ένας ποιητής των μελλοντικών γενιών. Εκτός από την ιστορική, ψυχολογική και φιλοσοφική αξία, το σχολαστικό του ύφος που κάποτε προσεγγίζει τη λακωνικότητα, ο μετρημένος ενθουσιασμός του, που προκαλεί πνευματική συγκίνηση, η σωστή του σύνταξη, προϊόντα μιας αριστοκρατικής προσωπικότητας, η λεπτή ειρωνεία του είναι στοιχεία που οι γενιές του μέλλοντος θα απολαύσουν περισσότερο…». Αμφιβάλλω αν υπάρχει πιο εύστοχη σύνοψη του φαινομένου «Καβάφης» από αυτή. Αποστομωτική καλλιτεχνική αυτεπίγνωση συνδυασμένη με μέγιστη ακρίβεια πρόβλεψης. Μια λεπτομέρεια ωστόσο, άγνωστη ίσως στους πολλούς, δείχνει κάτι πολύ σημαντικό για όποιον θέλει πραγματικά να «κατανοήσει» τον Καβάφη: τους άρρηκτους δεσμούς του με μια παλιά λογοτεχνική παράδοση. Γιατί με τη δήλωση αυτή ο Καβάφης μιμείται (ή μήπως θα ‘πρεπε να πούμε συνεχίζει με φυσικότητα;) τον παιγνιώδη τρόπο των ελληνιστικών ποιητών που έγραφαν τα μελλοντικά τους επιτύμβια επιγράμματα αυτοσυστηνόμενοι και αναφερόμενοι στην τέχνη τους, φροντίζοντας συγχρόνως οι ίδιοι την υστεροφημία τους. Με άλλα λόγια, αυτός ο υπερμοντέρνος Αλεξανδρινός, ο υστεροελληνικός ποιητής όπως σωστά αντιλήφτηκε με το ποιητικό του ένστικτο ο Μπρεχτ, εκτοξεύεται στο μέλλον με όχημα το παρελθόν.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του βιβλίου: Ότι απαγάγοντας τον Καβάφη απ’ τα βάθη του χρόνου και εγκαθιστώντας τον τόσο εμφατικά στο παρόν, καταυγάζει το καβαφικό παράδοξο σε όλη του τη διάσταση. Πώς, δηλαδή, ενώ είναι ένας ποιητής τόσο εμμονικά στραμμένος προς το παρελθόν, τη μνήμη και την παράδοση, μπορεί συγχρόνως να είναι τόσο μοντέρνος, παρών και επίκαιρος. Κι ύστερα το ένα ερώτημα αρχίζει να φέρνει το άλλο: Τι σημαίνει επίκαιρο; Πώς και γιατί (θέλουμε, μπορούμε, οφείλουμε να) διαβάζουμε ακόμα ή και πάλι μια τέτοια ποίηση; Είναι όντως επίκαιρη ή από κεκτημένη ταχύτητα επιδεικνύουμε αφοσίωση στην αυθεντία ενός μύθου, συμβάλλοντας απλώς στη συντήρηση και την εμπορευματοποίησή του; Πώς διαχειριζόμαστε το παλιό και το νέο; Μπορεί το σήμερα να συνομιλεί με το χτες χωρίς να υπόκειται στην ισοπεδωτική επίδραση των συρμών, της απλούστευσης ή της άγνοιας; Υπάρχουν σωστοί και λάθος τρόποι προσέγγισης;

Tα ωραιότερα βιβλία είναι εκείνα που επαναθέτουν τα ερωτήματα εκεί ακριβώς όπου ο συντηρητισμός δεν πρέπει να έχει την τελευταία λέξη. Εν τέλει, οι αναγνώστριες κι οι αναγνώστες θα αποφασίσουν αν και από ποιο δρόμο θα διαβάσουν και θα ξαναδιαβάσουν Καβάφη. Και ενδεχομένως να οδηγηθούν στη σκέψη ότι ακόμα και για ένα μύθο οι «ενισχυτές» είναι πού και πού «μια κάποια λύσις», αν πρόκειται έτσι να έρθει σε διάδραση με το καινούριο ή να ακουστούν καλύτερα οι χαμηλοί του τόνοι (ιδίως σε αλλόγλωσσο περιβάλλον). Ένας ποπ Καβάφης ως πηγή έμπνευσης, πεδίο όσμωσης και αφορμή για απρόβλεπτες συνομιλίες που αφήνει ανοιχτό το πορτάκι για όποιον θέλει να τον αναζητήσει, είναι προτιμότερος από έναν Καβάφη αγνοούμενο. Στις καλύτερες στιγμές τους, άλλωστε, τα προϊόντα τέτοιων συνομιλιών, όπως η συλλογή Im Verborgenen, δεν συνιστούν καν ενισχυτές. Είναι οι ίδιες οι αναπόφευκτες μεταμορφώσεις του μύθου στο διηνεκές.

Κείμενο: Έλενα Παλλαντζά. Εικονογράφηση: Anja Nolte. Αποσπάσματα και εικονογραφήση με την ευγενική παραχώρηση του εκδ. οίκου Verlagshaus Berlin από την έκδοση: Konstantinos Kavafis, 1863-1933, Im/Verborgenen. Übersetzung: Jan Kuhlbrodt und Jorgos Kartakis, Illustrationen: Anja Nolte, Nachwort: Ricardo Domeneck.

Περισσότερες δημοσιεύσεις του μέλους της συντακτική μας ομάδας Ε. Παλλαντζά θα βρείτε εδώ: Η δύσκολη τέχνη, Ομηρικά, Himmelweg η Το αόρατο της φρίκης, Η γυναίκα από τα παλιά – Σύγχρονο γερμανικό θέατρο στην Αθήνα.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου