Κάτι αναλλοίωτο

Ένα διήγημα του Παναγιώτη Κεχαγιά

Μια πολύ ιδιαίτερη, φανταστική αρχιτεκτονική αποτελεί ουσιαστικό κομμάτι της λογοτεχνίας τού Παναγιώτη Κεχαγιά (γενν. 1978). Η δίνη της αφήγησης του συγγραφέα μάς κάνει πολύ σύντομα μετέωρους παρατηρητές της χαρτογράφησης ενός απομακρυσμένου, ανώνυμου χωριού.

Το χωριό ήταν χτισμένο στο τέλος ενός οδικού δικτύου που ξεκινούσε από την εξώπορτα κάθε σπιτιού της πρωτεύουσας, περνούσε από τις ευρύχω­ρες αλέες των προαστίων, για να ενωθεί με εθνικές οδούς που δεν φαίνονταν να έχουν αρχή ή τέλος, πριν στριμωχτεί ξανά σε επαρχιακούς ασφαλτόδρομους στρωμένους σαράντα χρόνια πριν, συντηρημένους μόνο με υποσχέσεις, για να καταλήξει σε αδιέξοδα όπως τούτο το χωριό. Παλιότερα είχε καμιά εκατο­στή σπίτια παραταγμένα σε αραιούς ομόκεντρους κύ­κλους, αλλά σήμερα τα περισσότερα έχουν απομείνει γκρέμια. Κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα ποιοί ήταν οι πρώτοι κάτοικοι του. Η επικρατούσα άποψη υποστή­ριζε ότι το χωριό ήταν η πλέον πρόσφατη μετενσάρ­κωση, και σίγουρα όχι η τελευταία, ενός αρχαίου οικισμού που είχε ιδρυθεί όταν τα αγάλματα ακόμη δεν είχαν πρόσωπα. Κάτω από τα υπόγεια των σπιτιών ανακαλύφθηκαν μάλιστα μερικά αγάλματα, αν και κανείς δεν ήξερε πού τα πήγαν οι αρχαιολόγοι που ήρθαν να τα εξετάσουν και τα φόρτωσαν στις καρότσες των φορτηγών τους. Εντέλει, το χωριό έμοιαζε μάλλον ψεύτικο. Έδινε δηλαδή την εντύπωση ότι θα κατέρρεε με την πρώτη δυνατή βροχή.

zeichnung

Πριν από τριάντα χρόνια μια ομάδα τοπογράφων ήρθε από την πρωτεύουσα με σκοπό τη διεξοδική χαρτογράφηση του. Οι δέκα τοπογράφοι που κατέφτασαν στο χωριό έμειναν σε δύο εγκαταλελειμμένα σπίτια, ιδιοκτησίας του κοινοτάρχη όπως αποδείχτηκε αργότερα. Φορούσαν πλατύγυρα καπέλα και ντύνονταν στα μαύρα, ακόμα και μέσα στο κατακαλόκαιρο. Έμειναν ένα χρόνο και τέσσερις μήνες και έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης, αφού ήταν ευγενικοί, λιγομίλητοι και πλήρωναν πάντα με μετρητά, πράγμα που τον πρώτο καιρό έβαλε σε κίνδυνο το περίτεχνο πιστωτικό σύστημα που είχαν επινοήσει οι κάτοικοι για να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις τους ελλείψει άλλου σκληρού νομίσματος. Το σύστημα αυτό χρησιμοποιούσε κλίμακες τοκισμού που μετρούσαν τις αποπληρωμές με ζώα, αγροτικά εργαλεία και βοήθεια στο πότισμα, το κλάδεμα ή τη συγκομιδή. Ενίοτε χρησιμοποιούσαν ακόμη πιο αμφισβητήσιμα νομίσματα, όπως αδιευκρίνιστες μελλοντικές χάρες ή σχεδόν υποχρεωτικές αποδοχές συνοικεσίων. Στις ερωτήσεις των κατοίκων ο επικεφαλής τοπογράφος, ένας άνθρωπος τόσο αποστεωμένος που πολλοί απορούσαν πού έβρισκε τη δύναμη να αναπνέει, απαντούσε ότι η διαδικασία της χαρτογράφησης από μόνη της δεν σήμαινε τίποτε. Δεν υπήρχε περίπτωση, παραδείγματος χάριν, το χωριό να πλημμυρίσει ξαφνικά μια μέρα εξαιτίας ενός νέου και ανώφελου φράγματος, όπως ήθελε μία από τις φήμες που σέρνονταν εκείνη την εποχή από σπίτι σε σπίτι, κι από το καφενείο της πλατείας μέχρι το μπακάλικο. Οι χωρικοί τότε ρωτούσαν γιατί ποτέ κάτι παρόμοιο δεν είχε συμβεί και στα γειτονικά χωριά. Η απάντηση ήταν ότι τηρούνταν μια υπηρεσιακή σειρά που δεν συμβάδιζε πάντα με τη γεωγραφική εγγύτητα. Όταν οι τοπογράφοι ολοκλήρωσαν τις εργασίες τους, αναχώρησαν και δεν γύρισαν ποτέ να επαναλάβουν την ίδια χρονοβόρα διαδικασία στα γειτονικά χωριά. Οι κοινοτάρχες τους μάλιστα θίχτηκαν τόσο που εξέτασαν το ενδεχόμενο να στείλουν μια αντιπροσωπεία στην πρωτεύουσα για να διαμαρτυρηθούν. Οι κάτοικοι του χωριού, αντίθετα, δεν εξέλαβαν ποτέ την ενδελεχή χαρτογράφηση του ως προνόμιο.

zeichnung

Στην αρχή παραξενεύτηκαν από την προσοχή που έδωσε στο χωριό η τοπογραφική υπηρεσία, και κατ’ επέκταση η πρωτεύουσα, κάτι τόσο μακρινό (και στο μυαλό τους θεσπέσιο, με πλατιές μαρμάρινες λεωφόρους απ’ όπου περνούσαν πού και πού άμαξες που τις τραβούσαν κύκνοι, κόνδορες και στρουθοκάμηλοι που ένα ταξίδι μέχρι εκεί ήταν σαν πέρασμα από τη ζωή στο θάνατο. Όσοι το έκαναν σπάνια γύριζαν πίσω, και οι χωριανοί μιλούσαν γι’ αυτούς με τη μορφή του αορίστου που χρησιμοποιείται για τους νεκρούς.

Όταν ο χάρτης έφτασε τελικά στο χωριό, τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά την αναχώρηση των τοπογράφων, έξω από την Κοινότητα σχηματίστηκαν ουρές από κατοίκους που ήθελαν να δουν την αποτύπωση του χωριού τους, σαν να επρόκειτο για κάτι που υπερέβαινε το πραγματικό, ένα άλλο χωριό το οποίο μόνο κατά τύχη ήταν πανομοιότυπο με το δικό τους. Ένας γέροντας, όταν ήρθε η σειρά του, έπεσε στα γόνατα, έκανε το σταυρό του και φίλησε μια γωνία του χαρτιού. Από τότε κι έπειτα οι γυναίκες που είχαν νεογέννητα τα έφερναν και ακουμπούσαν πάνω του τα μαλακά ακόμη κεφαλάκια τους, αν και ο χάρτης δεν είχε στο ενεργητικό του κάποιο θαύμα, πέρα βέβαια από την επιβολή της ίδιας του της ιερότητας. Οι περισσότεροι άγγιζαν με τα ακροδάχτυλά τους το χαρτί, μουτζουρώνονταν από το μπλε μελάνι κι έψαχναν να βρουν το σπίτι τους. Ο χάρτης είχε τυπωθεί σε μεγάλα φύλλα χαρτιού τα οποία στη συνέχεια είχαν κολληθεί μεταξύ τους, και οι χωριανοί έπρεπε να διπλώνουν από τη μία και να ξεδιπλώνουν από την άλλη για να βρουν κάθε φορά το σπίτι που αναζητούσαν, αφού τελείως ανοιχτός δεν χωρούσε στην ομολογουμένως μικρή αίθουσα της Κοινότητας. Ίσως να ήταν φτιαγμένος για να εκτίθεται σε εξωτερικό χώρο, κάτι που κανείς στο χωριό δεν ήταν διατεθειμένος να ριψοκινδυνεύσει. Μερικοί έψαχναν και τους εαυτούς τους ανάμεσα στις γραμμές του και αγανακτούσαν όταν ο κοινοτάρχης τούς έλεγε ότι ο χάρτης δεν απεικόνιζε ανθρώπους. Τότε, ρωτούσαν, πώς γίνεται να είναι ακριβής; Κάθισαν και υπολόγισαν την ακριβή θέση κάθε δέντρου, τοίχου, στέρνας και πηγής – γιατί δεν κατέγραψαν με τον ίδιο τρόπο και τη θέση κάθε ανθρώπου; Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι χωρικοί έμειναν ικανοποιημένοι με τις γραμμές που αντιπροσώπευαν τα σπίτια τους πάνω στο χαρτί, ειδικά όταν ο κοινοτάρχης τούς έδειχνε με καμάρι τις επίσημες σφραγίδες του κράτους.

zeichnung

Η ιστορία του χάρτη όμως έχει μια ενδιαφέρουσα υποσημείωση. Μπορεί οι τοπογράφοι να έχαιραν μεγάλης εκτίμησης στο χωριό, η άμεμπτη φήμη τους όμως σπιλώθηκε όταν μια κοπέλα έμεινε έγκυος χωρίς να υπάρχει προφανής δράστης. Αυτό από μόνο του δεν ήταν κάτι ανήκουστο, αφού συνέβαινε στο χωριό κάθε λίγα χρόνια. Στις περιπτώσεις αυτές, έβρισκαν τον δράστη με συνοπτικές και εκβιαστικές διαδικασίες, και το ζήτημα κατέληγε το συντομότερο σε γαμήλιο γλέντι στην πλατεία. Το ίδιο θα συνέβαινε κι εκείνη τη φορά, μόνο που ο υπεύθυνος αποδείχτηκε πως δεν ήταν, όπως συνήθως, ένας από τους ξαναμμένους γιους των χωριανών, αλλά τοπογράφος. Μετά από μια σύντομη συνεδρίαση, συγκροτήθηκε τριμελής αντιπροσωπεία η οποία πήγε να τους βρει στην περιοχή όπου δούλευαν, ζητώντας εξηγήσεις, καθώς και μια, νομοτελειακή κατά την άποψη των χωρικών, υπόσχεση γάμου. Όταν έγινε φανερό ότι κάτι τέτοιο δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί, η αντιπροσωπεία αποχώρησε για να επιστρέψει εντός ολίγου με πολυμελή συνοδεία για τα περαιτέρω. Ανακάλυψαν όμως, ευτυχώς χωρίς απώλειες, πόσο αποτελεσματικοί ήταν 01 τοπογράφοι στην απόκρουση επιθέσεων, αν και ήταν μόνο δέκα, και οι περισσότεροι είχαν προ πολλού ξεπεράσει τη μέση ηλικία. Οι κάτοικοι έστειλαν γρήγορα μια επιστολή διαμαρτυρίας στην αρμόδια υπηρεσία της πρωτεύουσας, όμως η απάντηση ήρθε τρία χρόνια αργότερα, όταν κανείς δεν νοιαζόταν πια για το θέμα. Η επιστολή ανέλυε τα γεγονότα σαν να είχαν ήδη επιλυθεί και στην ουσία επαναλάμβανε τα επιχειρήματα των χωρικών, χωρίς να αναφέρεται καθόλου σε κυρώσεις ή περαιτέρω ενέργειες για τη διευθέτηση του ζητήματος. Ούτως ή άλλως δεν είχε και μεγάλη σημασία. Η κοπέλα είχε πεθάνει πάνω στη γέννα, οι τοπογράφοι είχαν προ πολλού αναχωρήσει και το παιδί μεγάλωσε σε άλλη οικογένεια, χωρίς να μάθει ποτέ πως ήταν υιοθετημένο. Κανείς δεν ήθελε να συνεχίσει αυτή τη μάταιη αλληλογραφία, που δεν έδειχνε να έχει κάποιο ορατό όφελος για τους εμπλεκόμενους.

Όταν ήταν επτά χρονών, το παιδί πνίγηκε στη λίμνη. Πολλοί ήταν αυτοί που είπαν ότι κάτι που αρχίζει στραβά δεν μπορεί παρά να τελειώσει έτσι. Στην κηδεία του πήγε όλο το χωριό, κι όμως κανείς δεν έδωσε την εντύπωση ότι πενθούσε πραγματικά. Ο μοναδικός αληθινά πενθών αναγκάστηκε να κρύψει τον πόνο του. Κατά μία έννοια το παιδί δεν ήταν κανενός. Όλοι ήξεραν την ιστορία του, εκτός βέβαια από το ίδιο, και φυσικά κανείς δεν παραδέχτηκε την ενδόμυχη ανακούφιση που ένιωσε για τη διευθέτηση αυτού του άβολου ζητήματος.

zeichnung

Την επόμενη μέρα ένας από τους γηραιότερους άντρες του χωριού πήγε στην Κοινότητα και ζήτησε να δει το χάρτη. Αφού του τον ξεδίπλωσαν, έβγαλε από την τσέπη του ένα κομμάτι κάρβουνο κι έκανε ένα σταυρό στο σημείο του πνιγμού. Μετά εκμυστηρεύτηκε στην υπάλληλο ότι το παιδί ήταν δικό του. Τότε, οκτώ χρόνια πριν, οι τοπογράφοι είχαν κάπως μάθει ότι υπεύθυνος για την εγκυμοσύνη ήταν ο γέροντας, και είχαν προσφερθεί να βοηθήσουν διαλέγοντας τον νεότερο ανάμεσα τους για αποδιοπομπαίο τράγο. Στην αντίθετη περίπτωση, η αντίδραση του χωριού στο αφύσικο πάθος του ζευγαριού θα ήταν επώδυνη για όλους – και για κάποιους ίσως και μοιραία. Πώς θα μπορούσαν να δεχτούν έναν ογδοντάχρονο χήρο που πλάγιαζε με τη δεκαεπτάχρονη κόρη του δασκάλου; Πριν φύγει, εξήγησε και γιατί έκανε εκείνο το σημάδι στο χάρτη. Πίστευε ότι σύντομα θα πέθαινε και ήθελε με κάποιο τρόπο να καταγράψει το θάνατο του παιδιού του. Ο χάρτης ήταν η προφανής λύση. Ο γέρος αναχώρησε αμέσως μετά. Λίγους μήνες αργότερα, βρέθηκε νεκρός από φυσικά αίτια σε μια κοντινή πόλη, στα ογδόντα οκτώ του. Ο θάνατος του συνέβη έξω από τα όρια του χωριού και άρα δεν είναι σημειωμένος στο χάρτη. Χρόνια μετά επισκέφθηκε το χωριό ένας φημισμένος αρχιτέκτονας, γνωστός για τις ασυνήθιστες χρήσεις του φυσικού φωτός στα κτίριά του, και ζήτησε να δει το χάρτη. Αυτό που έδειχνε να τον ενδιαφέρει περισσότερο ήταν η ιστορία του σχεδόν ξεθωριασμένου πια σταυρού, για την οποία φαινόταν να ξέρει κάποια πράγματα, αν και όχι όλα. Κάποιοι είπαν ότι αυτός ήταν ο νεαρός τοπογράφος που είχε τότε επωμιστεί την ευθύνη, αλλά κανείς δεν μπορούσε πια να είναι σίγουρος.

Σήμερα το χωριό έχει σχεδόν ερημώσει. Οι νέοι φεύγουν για τις πόλεις όπου έχει, όπως λένε, νύφες με ουρές σαν παραδείσιων πουλιών. Η Κοινότητα είναι πλέον ανοιχτή μόνο δύο μέρες την εβδομάδα, Τρίτες και Πέμπτες. Ο χάρτης είναι ακόμη εκεί, αν και κανείς δεν ζητάει πια να τον δει. Ο μοναδικός θάνατος που σημειώθηκε πάνω του μόλις που διακρίνεται σε μια γωνία του. Οι άνθρωποι στο χωριό συνεχίζουν να έρχονται και να φεύγουν, αλλά ο χάρτης παραμένει ακριβής, αφού δεν χαρτογραφεί τις ζωές των ανθρώπων παρά μόνο τα ίχνη τους –τα σπίτια, τους φράχτες, τις στέρνες, τους δρόμους– καθώς κι έναν θάνατο, κάτι που δεν θα αλλάξει όσα χρόνια κι αν περάσουν. Με το πέρασμα των χρόνων κάποια σπίτια θα γείρουν, και μετά, σαν γέροι άνθρωποι, θα μπουν μέσα στη γη.

Ο χάρτης τότε θα χάσει την αξιοπιστία του, θα συνεχίσει όμως να λέει την αλήθεια για το σημείο εκείνο που κανένας χάρτης δεν μπορεί να αποτυπώσει – εκείνο που βρίσκεται πάνω στο νερό.

Εικονογράφηση: A. Tσίγκας. Από τη συλλογή διηγημάτων του Παναγιώτη Κεχαγιά  „Τελευταία προειδοποίηση“, με την ευγενική παραχώρηση των εκδόσεων Αντίποδες.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου