Καλντερίμια: Τα παλιά μονοπάτια του Πηλίου

Μια ημερήσια εκδρομή με τον Θανάση Τσίγκα

Το πρώτο μέρος της ταινίας Mamma Mia ήταν η επιτυχία του 2008 που είχε απαγάγει το διεθνές κοινό σε ένα ειδυλλιακό ελληνικό καλοκαίρι. Τέτοια καλοκαίρια υπάρχουν ακόμα στη Νταμούχαρη του Πηλίου, όπου το 2007 γυρίστηκε εν μέρει το μιούζικαλ αυτό. Για το diablog.eu ο Θανάσης Τσίγκας μας οδηγεί από εκεί σε ένα από τα καλντερίμια του όρους των Κενταύρων.

Η Νταμούχαρη απέχει μόλις 55 χλμ. από τον Βόλο, αλλά νομίζεις και βρίσκεται στην άκρη του κόσμου. Θέλει μιάμιση ώρα με το αυτοκίνητο και ατέλειωτες πηλιορείτικες στροφές για να φτάσεις, είτε ταξιδεύεις με ΙΧ ή με τοπικό ταξί.

Περιγραφή του τόπου σε δυο προτάσεις: μια βραχώδης μύτη (με ένα σχεδόν άφαντο ενετικό φρούριο στην κορυφή του) περιβάλλεται από δύο βοτσαλωτούς όρμους. Ο ένας είναι η πλαζ, ο άλλος ένα μικρό, προστατευμένο από τα κύματα λιμάνι.

Meeresbuch

Το χωριό πλαισιώνει ουσιαστικά έναν στενό δρόμο 100 μέτρων που συνδέει τους δύο κολπίσκους. Τρεις ταβέρνες, ένα καφέ, ένα μπαρ, λίγοι επισκέπτες – τουλάχιστον μέχρι να μπει ο Αύγουστος. Ο στενός δρόμος του οικισμού είναι βατός μόνο για τα αυτοκίνητα των ντόπιων. Οι επισκέπτες αφήνουν τα οχήματα στον χώρος στάθμευσης πάνω από το χωριό και κατεβαίνουν στις παραλίες με τα πόδια.

Στη Νταμούχαρη το μπάνιο είναι μεγάλη διασκέδαση: μπορείς να μείνεις στα ρηχά – ή να κολυμπήσεις από τον έναν όρμο στο άλλο, χωρίς να χρειάζεται να απομακρυνθείς από την ακτή. Αλλά η παραλία δεν γίνεται ποτέ βαρετή: τα παιδιά και οι νέοι του χωριού βουτάνε αψήφιστα από τα ψηλά και απόκρημνα βράχια στο νερό – θέαμα καλοκαιρινό και μάλιστα δωρεάν. Μια άλλη εμπειρία είναι οι οργανωμένες περιηγήσεις της περιοχής με θαλάσσια καγιάκ που προσφέρονται στο λιμανάκι.

Menschen die von Felsen springen

Ο παραθεριστής που θέλει να επεκτείνει τη δραστηριότητά του και πέρα από τα γειτονικά θέρετρα Παπά Νερό και Άγιο Ιωάννη, πρέπει να ξεπεράσει την καλοκαιρινή νωθρότητά του και να επισκεφτεί με τα πόδια το επόμενη ορεινό χωριό, την Τσαγκαράδα. Η διαδρομή είναι υπέροχη, αλλά χρειάζεται θέληση για να καλυφτούν τα 550 μέτρα υψομετρική διαφορά.

Προτού εμφανιστούν τα αυτοκίνητα και ανθίσει η οδοποιία, τα χωριά και οι οικισμοί του Πηλίου συνδέονταν μεταξύ τους με καλντερίμια, πλακόστρωτα μονοπάτια. Στην αρχική τους μορφή μπορεί και να υπάρχουν εδώ και 1000 χρόνια. Με τα αυτοκίνητα έπεσαν στη λήθη και κόντεψαν να εξαφανιστούν, αλλά αναγεννήθηκαν με την εμφάνιση του ήπιου και φυσιολατρικού τουρισμού. Καθαρίστηκαν, ασφαλίστηκαν και σηματοδοτήθηκαν από συλλόγους και ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Το Πήλιο είναι σήμερα μια προσφιλής περιοχή πεζοπορίας, για τις ορεινές διαδρομές υπάρχουν βιβλία και ιστοσελίδες.

Αφήνοντας πίσω την Νταμούχαρη, το μονοπάτι ανηφορίζει αμέσως απότομα. Χρειάζονται στάσεις για μια ανάσα που δίνουν μεγάλη χαρά αγναντεύοντας τον όρμο και την ανοιχτή θάλασσα.

Wanderweg

Τουλάχιστον περπατάμε στη σκιά (!), γιατί το Πήλιο έχει πυκνή βλάστηση. Ακόμα και στην Τουρκοκρατία (15ος-19ος αι.) οι κατακτητές δεν πάτησαν στα δυσπρόσιτα δάση του Πηλίου. Και επειδή είναι απομακρυσμένα δεν ξυλεύτηκαν έντονα. Έτσι, η περιοχή είναι ακόμα και σήμερα εξαιρετικά πράσινη και πλούσια σε νερά. Εδώ στο βόρειο Πήλιο φύονται σχεδόν αποκλειστικά φυλλοβόλα δέντρα. Ειδικά οι βελανιδιές φτάνουν μέχρι τη θάλασσα. Στα 600 μέτρα αρχίζουν οι καστανιές και πάνω από τα 900 μέτρα υπάρχουν τεράστια δάση οξιάς, όπου ζουν αγριογούρουνα. Αλλά τόσο ψηλά δεν πρόκειται να φτάσουμε σε αυτή την πεζοπορία.

Το μονοπάτι σηματοδοτείται με κόκκινη κουκκίδα πάνω σε λευκό φόντο. Θυμίζει την ιαπωνική σημαία και βρίσκεται παντού, πάνω σε βράχια, δέντρα και ειδικά στημένες πινακίδες. Δεν υπάρχει λοιπόν κίνδυνος να χάσει κανείς τον δρόμο. Έτσι μπορούμε να απολαύσουμε απερίσπαστα το περιβάλλον.

 

Το Πήλιο είναι ένα από τα πιο πλούσια σε βιοποικιλότητα οικοσυστήματα στην Ευρώπη. Η γεωγραφική απομόνωση του Πηλίου και η γεωργική καλλιέργεια που περιορίζεται στα χαμηλά, δηλ. ως τα 700 μέτρα, δίνει στην πλούσια χλωρίδα τη δυνατότητα να αναπτυχθεί ανενόχλητα.

Για να φτάσουμε στην Τσαγκαράδα χρειαστήκαμε δυόμισι ώρες. Όχι επειδή ο δρόμος είναι ιδιαίτερα μακρύς ή επίπονος, αλλά επειδή υπήρχαν τόσα να δούμε και να ανακαλύψουμε στη διαδρομή. Για παράδειγμα μας γοήτευσε μια γιγαντιαία συκιά με τα αμέτρητα ώριμα φρούτα της. 20 λεπτά την περιτριγυρίζαμε και την τρυγούσαμε.

Όπου το καλντερίμι δεν περνά μέσα από δάσος, προσπερνούσαμε σεμνά αλλά και επαρμένα σπίτια (όλα τους όμως στην προβλεπόμενη πηλιορείτικη τεχνοτροπία με τις βαριές στέγες από σχιστόλιθο), από οπωρώνες και λαχανόκηπους, από κατοικίδια ζώα, μικρούς οικισμούς, εκκλησίες με όμορφα προαύλια και –ιδιαίτερα σημαντικό– από πηγές με δροσερό και εξαιρετικό πόσιμο νερό. Στο Πήλιο δεν μένει κανείς διψασμένος.

 

Η Τσαγκαράδα είναι χτισμένη σε διάφορα επίπεδα και έτσι χρειαστήκαμε κάμποση ώρα για να βρούμε την πλατεία που ζητούσαμε. Άξιζε τον κόπο. Στην Ανατολή κάναμε ένα διάλειμμα. Το εστιατόριο το κρατάνε πια τα εγγόνια του πρώτου ταβερνιάρη και έχει πολύ όμορφη θέα προς την πλατεία του χωριού.

Εδώ βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής δίπλα σε έναν πλάτανο γιγαντιαίων διαστάσεων ηλικίας 1000-1200 ετών. Είναι ένα από τα γηραιότερα δέντρα της Ευρώπης, τα κλαδιά του είναι χοντρά σαν κορμοί δέντρων. Από την πλατεία οδηγεί μια πέτρινη σκάλα προς τα κάτω σε μια σκαλιστή κρήνη. Η διαφορά θερμοκρασίας με την παραλία είναι εντυπωσιακή.

Ακολουθώντας από το πλατάνι τον στενό κεντρική δρόμο, περάσαμε από το μικρό ξενοδοχείο και χώρο εκδηλώσεις Ο Χαμένος Μονόκερως όπου το βράδυ παίζεται ζωντανή τζαζ και σερβίρεται βίγκαν φαγητό. Στο τέλος του καλντεριμιού βρίσκεται ένα τεράστιο πετρόκτιστο κτήριο, το σχολείο της Τσαγκαράδας, χτισμένο την ίδια χρονιά με την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Το μέγεθος της Νανοπούλειας Σχολής, που στέγασε κατά καιρούς σχολεία διαφόρων επιπέδων, μαρτυρεί τον πλήθος των παιδιών που αριθμούσε κάποτε το βόρειο Πήλιο.

Επιστρέφοντας στην πλατεία σταθήκαμε τυχεροί και συναντήσαμε προσωπικά τον Γιώργο Γιαννάκαρο, έναν από τους συγγραφείς του βιβλίου Λουλούδια και βότανα του Πηλίου. Ο πτυχιούχος χημικός παράγει φυτικά φάρμακα από τα φαρμακευτικά βότανα του Πηλίου. Μετά την ευχάριστη κουβέντα για το βουνό των Κένταυρων και τη χλωρίδα του, πήραμε γεμάτοι εντυπώσεις και νέες ιδέες τον δρόμο της επιστροφής για τη Νταμούχαρη.

Wanderweg im Wald

Η πεποίθησή μας ότι η κάθοδος θα ήταν πιο σύντομη από την ανάβαση διαψεύστηκε. Η αντίθετη κατεύθυνση και το διαφορετικό φως προέβαλαν στην άκρη του δρόμου νέους μικρόκοσμους, που θελήσαμε να ανακαλύψουμε στοιχειωδώς. Τουλάχιστον φτάσαμε στο σημείο της εκκίνησής μας πριν από το δειλινό και κλείσαμε την πλούσια σε εντυπώσεις ημέρα μας –πού αλλού; – σε μια από τις ταβέρνες της Νταμούχαρης πάνω στη θάλασσα.

Taverne

Κείμενο: Α. Τσίγκας. Φωτογραφίες: A. & B. Τσίγκας, Markus Holtkemper.

Περισσότερες πληροφορίες:
Ό,τι και να γράψεις για τη Νταμούχαρη, τίποτα δεν καλύπτει τόσο καλά τις πτυχές της όπως η υπέροχη ιστοσελίδα http://damouchari.info/index.html (στα γερμανικά και αγγλικά), την οποίο επιμελούνται με περισσή αγάπη η Ελένη Ernst και ο Rainer Scheppelmann από το Αμβούργο. Η ποικιλία των συμβουλών και η προσφερόμενη βιβλιογραφία είναι μοναδική. Εδώ είναι μαζεμένες όλες οι πληροφορίες που χρειάζεται ο επισκέπτης.

Σχετικά με τη χλωρίδα του Πηλίου κυκλοφορεί το βιβλίο Blumen und Kräuter im Pilion (Λουλούδια και βότανα του Πηλίου) στα γερμανικά και αγγλικά (160 σελίδες με 174 εικόνες). Περιγράφονται 25 δέντρα και 80 λουλούδια και βότανα του Πηλίου. Επιπλέον, υπάρχει μια επισκόπηση της τοπικής πανίδας καθώς και 12 λεπτομερείς διαδρομές πεζοπορίας: http://www.edition-kentavros.eu/Pilionflora.html.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου