Ιζαμπέλλα Μαμάτη: Η τρελή ιστορία της μετανάστευσής μου

Η θεατρική δημιουργός και ιδρύτρια της Μακράς Τράπεζας αφηγείται

Ο θεσμός της Μακράς Τράπεζας (Lange Tafel) είναι ευρέως γνωστός: το diablog.eu συναντήθηκε με την ελληνικής καταγωγής θεατρική δημιουργό και ιδρύτρια της Μακράς Τράπεζας Ιζαμπέλλα Μαμάτη στο Κρόιτσμπεργκ του Βερολίνου, άκουσε την σχεδόν απίστευτη ιστορία μετανάστευσής της και έμαθε τι την οδήγησε να στήσει ένα μακρύ τραπέζι στον δρόμο και να φέρει σε επαφή –με τη βοήθεια μιας γιγαντιαίας μακαρονάδας– ανθρώπους κάθε ηλικίας και προέλευσης. Η Μακρά Τράπεζα είναι ένα είδος νέου λαϊκού θεάτρου, μια διαδραστική συνάντηση, που προάγει τον διάλογο μεταξύ γενεών, θρησκειών και πολιτισμών. Σχεδόν κανείς όμως δεν γνωρίζει ότι η ιδέα αυτή γεννήθηκε στην Ίμβρο…

Οι παππούδες από την Ίμβρο

Η ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας περιέλαβε και τους Έλληνες της Ίμβρου. Οι περισσότεροι πήγαν στις ΗΠΑ ή στην Αίγυπτο. Οι παππούδες μου αποφάσισαν τότε να μεταναστεύσουν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Έτσι ο πατέρας μου Δημήτρης βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια ως ο μεγαλύτερος από πέντε παιδιά. Το παντοπωλείο του παππού μου ήταν εκεί το πρώτο κατάστημα αυτοεξυπηρέτησης κατά το αμερικανικό σύστημα. Ο δάσκαλος του πατέρα μου ήταν της γνώμης ότι ο Δημήτρης έπρεπε να σπουδάσει μια και ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος. Αλλά ο παππούς μου είχε πέντε παιδιά και την οικονομική ικανότητα να σπουδάσει μόνο ένα από αυτά. Έτσι ο πατέρας μου στάλθηκε στο οικοτροφείο του Salem στη νότιο Γερμανία, όπου φοιτούσαν πολλά παιδιά Γερμανών μεγαλοβιομηχάνων. Εκεί δικτυώθηκε νωρίς, γεγονός που ωφέλησε πολύ την μετέπειτα εταιρεία του: αγόραζε ταινίες στη γερμανική κινηματογραφική εταιρεία Ufa και τις έφερε στην Εγγύς Ανατολή. Έτσι δημιούργησε την πρώτη πολιτιστική γέφυρα μεταξύ Γερμανίας και Ανατολής για την τότε πολύ νέα και ανερχόμενη κινηματογραφική βιομηχανία. Αυτό έγινε τέλος της δεκαετίας του 1920 – αρχές της δεκαετίας του 1930. Η εταιρεία του είχε παραρτήματα στη Βηρυτό, στο Παρίσι και στο Βερολίνο και ήταν πολύ επιτυχημένη. Εκτός αυτού, είχε παντρευτεί ήδη τρεις φορές και είχε κάνει δύο παιδιά, τα ετεροθαλή μου αδέλφια.

Porträtfoto eines Mannes

Δημήτρης Μαμάτης

Η ζωή στο Δυτικό Βερολίνο και στην Έσση

Στην Έκθεση της Λειψίας το 1953 γνώρισε την πολύ νέα, γαλανομάτα, μεγαλόστηθη και ξανθιά μητέρα μου, που τότε τέλειωνε το λύκειο. Παντρεύτηκαν και γεννήθηκα στο Δυτικό Βερολίνο το 1955. Σύμφωνα με τις διηγήσεις ο γάμος δεν ήταν απλός, επειδή η μητέρα μου ήθελε να γίνει τραγουδίστρια. Η οικογένεια της μητέρας μου έχει μεγάλη κλίση στη μουσική. Αλλά ο πατέρας μου την ήθελε ως γραμματέα του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μεγάλες διενέξεις. Το 1957, δυόμισι χρόνια μετά τη γέννησή μου, ο πατέρας μου πέθανε από νεφρική ανεπάρκεια και η μητέρα μου με έδωσε σε συγγενείς. Στη συνέχεια μεγάλωσα στην κωμόπολη Braunfels της Έσσης σαν μικρό (ελληνικό) παραδείσιο πουλάκι με καστανές μπούκλες και μεγάλα μάτια. Έτσι ήμουν κάτι το ιδιαίτερο σε κάθε σχολική τάξη, χωρίς να καταβάλλω οποιαδήποτε προσπάθεια. Μόνο που δεν μιλούσα καθόλου ελληνικά, δεν είχα κάποιον να μου τα μάθει, μια και μεγάλωσα κοντά στη Φρανκφούρτη/ Μάιν σε ένα πολύ χριστιανο-καθολικό περιβάλλον. Στο σπίτι ακουγόταν συνεχώς ποιοτική εκκλησιαστική μουσική – ειδικά Μπαχ, εκκλησιαστικό όργανο και χορωδιακά. Αυτές οι πτυχές είχαν μεγάλη επιρροή στο καλλιτεχνικό μου έργο. Προσεγγίζω την τέχνη με πολύ θετικό, συναισθηματικό σθένος όσον αφορά την ανθρώπινη διάσταση, δεν μου αρέσει η εγκεφαλική τέχνη. Έτσι η ιδέα της Μακράς Τράπεζας περιλαμβάνει δίχως άλλο και την ιδέα του Τελευταίου Δείπνου.

  • eine lange Tafel mit leeren Tischen
    Lange Tafel, ©Meike Gieschen

Τα χρόνια στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας

Η μητέρα μου γνώρισε στο Δυτικό Βερολίνο έναν Ολλανδό. Τον παντρεύτηκε και μετοίκησαν στη ΛΔΓ, επειδή ο Ολλανδός σύζυγός της ήθελε να σπουδάσει εκεί Φυσική Αγωγή και Αθλητισμό. Όλα αυτά έγιναν πριν από την ανέγερση του Τείχους το 1961. Επίσης, ο παππούς της μητέρας μου ήταν μουσικοσυνθέτης και πεπεισμένος Αριστερός. Στη Δυτική Γερμανία είχε ιδρύσει στην Έσσεν τη σχολή καλών τεχνών Folkwangschule, έτσι ώστε η Ανατολική Γερμανία να του ζητήσει να συνδράμει στην ίδρυση μιας ανάλογης σχολής στη Βαϊμάρη. Αλλά εγώ δεν ζούσα με τη μητέρα μου, αλλά με μιαν άλλη γλυκιά οικογένεια, συγγενείς μας στο Braunfels an der Lahn. Μεγάλωσα σε ένα μεγάλο σπίτι με πανέμορφο κήπο, ήταν για μένα ο παράδεισος. Αλλά όταν πέθανε η θετή μου μητέρα, πήγα στην πραγματική μου μητέρα και τη νέα της οικογένεια στο Ανατολικό Βερολίνο. Αυτό δεν ήταν και τόσο εύκολο, γιατί ο Ψυχρός Πόλεμος και οι πολιτικές συνθήκες δεν επέτρεπαν μια ομαλή μετοίκηση χωρίς απώλειες από το δυτικό στο ανατολικό μπλοκ. Έτσι έπρεπε αρχικά να μείνω άπατρις, ώστε να μην ισχύει για μένα η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα όπως αυτή ίσχυε για όλους τους πολίτες της ΛΔΓ. Στον Ψυχρό Πόλεμο η Ελλάδα εκπροσωπείτο στη ΛΔΓ μόνο από μια στρατιωτική αποστολή και όχι από πρεσβεία, οπότε ο πατέρας μου δεν μπόρεσε να υποβάλει αίτηση για ελληνική ιθαγένεια μετά τη γέννησή μου.

Τελικά πήγα το 1967 ως άπατρις στη νέα μου οικογένεια στο Ανατολικό Βερολίνο – έχοντας εξαιρετικά καθολικά ιδανικά. Ακούγεται τρελό, αλλά παρ΄ όλ΄ αυτά βρέθηκα ακριβώς στο σωστό σημείο. Στην εφηβεία δεν είσαι πια στραμμένος τόσο πολύ στη θρησκεία, αλλά θέλεις να κατανοήσεις τον κόσμο. Έτσι βρήκα στη ΛΔΓ ως ακριβή αντιστοιχία του καθολικισμού τον «σοσιαλισμό», όπου όλοι θα έπρεπε να είναι ίσοι, να μην υπάρχουν φτωχοί ή πλούσιοι, αλλά ο καθένας να ζει σύμφωνα με τις δυνατότητές του – και θέλησα να βοηθήσω στην υλοποίησή του. Το αποτέλεσμα ήταν φυσικά μια ανώμαλη προσγείωση, επειδή αυτόν τον σοσιαλισμό, όπως τον είχα φτιάξει εγώ στο μυαλό μου, δεν τον ήθελε εκεί κανείς.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 συνάντησα και κάποιους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες που φεύγοντας από τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών βρήκαν άσυλο στη ΛΔΓ. Έτσι ήρθα σε επαφή με Έλληνες και Κυπρίους νέους. Μου δημιουργήθηκε η λαχτάρα να βρεθώ κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους, αλλά η γλώσσα αποδείχτηκε τελικά μεγάλο εμπόδιο. Αργότερα θέλησα να σπουδάσω σε δραματική σχολή της ΛΔΓ, αλλά αυτό δεν ήταν δυνατό για τον λόγο ότι ήμουν άπατρις. Αυτό ήταν συνέπεια του Ψυχρού Πολέμου, την Ελλάδα εκπροσωπούσε στη ΛΔΓ μόνο μια στρατιωτική αποστολή. Δεν υπήρχε δηλαδή πρεσβεία της Ελλάδας, οπότε ο πατέρας μου δεν μπόρεσε να υποβάλει αίτηση για ελληνική ιθαγένεια μετά τη γέννησή μου.

Στο Ανατολικό Βερολίνο ζούσαμε σε ένα είδους θύλακα της Δύσης, άνοιγες την πόρτα του σπιτιού μας και βρισκόσουν στη Δύση. Υπήρχαν δυτικά απορρυπαντικά, στο τραπέζι μπουκάλια με ουίσκι και κόκα κόλα, τα δυτικά περιοδικά «Der Spiegel» και «Stern» και συγγράμματα του τότε διάσημου Δυτικογερμανού σύμβουλου-σεξοθεραπευτή Όσβαλντ Κόλλε, είχαμε τόσο την εφημερίδα «Bild», δηλαδή τη ναυαρχίδα του κίτρινου τύπου της Δυτικής Γερμανίας, όσο και την «Neues Deutschland», το κεντρικό όργανο του ενιαίου κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας.

Για τους γονείς μου το τείχος μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου ήταν διαπερατό. Ο Ολλανδός πατριός μου εργαζόταν ως διερμηνέας των γαλλικών και είχε ως εκ τούτου, πολλές επαφές με οικονομικούς και πολιτιστικούς παράγοντες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Έτσι μπαινόβγαιναν στο σπίτι μας άτομα από τη Βόρεια Αφρική, τον Λίβανο, την Αλγερία, το Μαρόκο, το Βιετνάμ, την Κορέα, από όλες δηλαδή τις σοσιαλιστικές χώρες του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ. Στα 17 μου, δηλαδή περίπου τέσσερα χρόνια αργότερα, το έσκασα από το σπίτι αλλά έμεινα λίγο ακόμα στη ΛΔΓ, σχετιζόμενη με κύκλους καλλιτεχνών και διανοούμενων και περιπλανώμενη στα σπίτια των φίλων μου. Μαθήτευσα και ως φυσιοθεραπεύτρια στην μεγάλη κλινική Buch του Ανατολικού Βερολίνου. Στις εισαγωγικές εξετάσεις στη δραματική σχολή Ernst Busch απορρίφτηκα με την αιτιολογία ότι ήμουν μεν πραγματικά ταλαντούχος, αλλά ως άπατρις θα άφηνα την Ανατολική Γερμανία κάποια στιγμή πίσω μου. Δεν έβλεπαν λοιπόν τον λόγο να χρηματοδοτήσουν τη σπουδή ατόμου με τέτοιες δυνατότητες, μια και κάθε ηθοποιός της ΛΔΓ ήταν συγχρόνως και πρεσβευτής του κράτους του.

junge Leute die sich unterhalten

©Lange Tafel

Μετακόμιση στη Δύση

Συνειδητοποίησα λοιπόν ότι έπρεπε να φύγω από εκεί. Στα 18 μου, όταν μπορούσα πια να αποφασίσω μόνη μου για την τύχη μου, μετακόμισα στο Δυτικό Βερολίνο. Για λίγο δούλεψα εδώ κι εκεί, θέλησα να ανακαλύψω τον κόσμο των εργαζομένων της Δύσης. Βρέθηκα λοιπόν σε εργοστάσιο στη γραμμή συναρμολόγησης, έγινα καθαρίστρια και πωλήτρια σε πολυκατάστημα. Παράλληλα με τις καλλιτεχνικές μου φιλοδοξίες αναζητούσα πάντα την επαφή με τον εργαζόμενο πληθυσμό, τους απλούς ανθρώπους που μιλούν σταράτα. Έδωσα εισαγωγικές εξετάσεις στην HdK, τη σχολή καλών τεχνών του Δυτικού Βερολίνου. Από τους 750 υποψήφιους έγιναν δεκτοί μόνο 13, ήμουν μια από αυτούς. Ο δρόμος μου φαινόταν τώρα προδιαγεγραμμένος. Μετά την αποφοίτησή μου έπαιξα ενδιαφέροντες ρόλους σε διάφορα θέατρα με συμβόλαιο περιορισμένης χρονικής διάρκειας, γνωρίζοντας μεγάλους σκηνοθέτες όπως τον Peter Stein και τον George Tabori. Εκείνη την εποχή δεν είχα επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό. Μια μέρα καθόμουν στο κυλικείο της κρατικής σκηνής Schauspielhaus Frankfurt περιμένοντας να εμφανιστώ στη σκηνή. Έπαιζα τότε τον ρόλο της πρωτοστάτριας εξέγερσης σε οικοτροφείο θηλέων στο θεατρικό έργο «Bambule» της Ουλρίκε Μάινχοφ. Στο ίδιο τραπέζι καθόταν κάποιος που ρώτησε «Μαμάτης, ποιος λέγεται εδώ Μαμάτης; Ο καλύτερός μου φίλος ήταν ο Αλέξανδρος Μαμάτης.» Αυτός λοιπόν ο Αλέξανδρος ήταν ο ετεροθαλής αδερφός μου! Έτσι συναντήθηκα με τον Αλέξανδρο, ο οποίος εργαζόταν, εδώ, στη Γερμανία ως διευθυντής ταξιδιών στην TUI. Στο μεταξύ συναντήθηκα αρκετές φορές με τα ετεροθαλή μου αδέλφια, ακόμα και με αυτά που ζουν στην Πελοπόννησο απέναντι από το Μαντείο των Δελφών.

Η μεγάλη πορεία προς τον αυτοπροσδιορισμό

Παρά το γεγονός ότι η περιπλάνησή μου ακούγεται αρκετά ενδιαφέρουσα, με απασχολούσε μέχρι πριν από δέκα χρόνια ένα τεράστιο ερώτημα: Πού ανήκω, από που είναι οι καταβολές μου, ποια είμαι; Ασχολήθηκα με το ερώτημα αυτό καλλιτεχνικά, μια και μου έλειπαν οι ισχυρές, καθοριστικές δομές στις οποίες μεγαλώνουν άλλα παιδιά.

Ακόμα και όταν βρισκόμουν στην Ελλάδα, δεν αισθανόμουν ποτέ οικεία, το συναίσθημα αυτό το είχα πιο πολύ στην Ισπανία ή στην Ιταλία. Παρ’ όλ΄ αυτά, ασχολήθηκα καλλιτεχνικά με τον ελληνικό πολιτισμό. Για παράδειγμα έκανα για τον ελβετικό κρατικό ραδιόφωνο Schweizer Rundfunk μια ραδιοφωνική σειρά με θέμα την Οδύσσεια. Στο πλαίσιο του ερωτήματος ποια είμαι και από πού έρχομαι θέλησα να επισκεφτώ τη γενέτειρα του πατέρα μου, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια, δηλαδή την Ίμβρο, τη σημερινή Gökçeada. Όταν έφτασα εκεί με τον σύντροφό μου το 1995, με καλωσόρισαν χωρίς καν να με γνωρίζουν με μεγάλη εγκαρδιότητα, με γεύμα σε ένα μακρύ τραπέζι, όπου μιλιόντουσαν και τα γερμανικά, μια και πολλοί Τούρκοι «γκασταρμπάιτερ» της Siemens και της Mercedes είχαν παλιννοστήσει. Αυτή η Μακρά Τράπεζα είχε χρηματοδοτηθεί από έναν Έλληνα μετανάστη που είχε πάει στις ΗΠΑ και ήθελε να μοιραστεί τον πλούτο του. Σκέφτηκα ότι μια μέρα θα ήθελα κι εγώ να το κάνω το ίδιο στον τόπο που μένω: να τους προσκαλέσω όλους σε ένα κοινό τραπέζι.

Το 2005, δέκα χρόνια αργότερα, είχα κερδίσει από κάποια δουλειά τόσα λεφτά, που θα μπορούσα να ζήσω έναν ολόκληρο χρόνο χωρίς να έχω ανάγκη να δουλέψω, παρόλο που είχα πια δική μου οικογένεια. Μαζί με τα παιδιά αποφασίσαμε τότε να χρησιμοποιήσω τα χρήματα αυτά για την Μακρά Τράπεζα.

junge Köche die in die Kamera schauen

©Lange Tafel

Η ιδέα της Μακράς Τράπεζας

Έτσι ξεκίνησε το 2006 η πρώτη Μακρά Τράπεζα στην οδό Bergmannstraße στο Κρόιτσμπεργκ του Βερολίνου. Στο μεταξύ είχα πραγματοποιήσει και μια ριζοσπαστική μεταστροφή στη δουλειά μου. Δεν ήθελα να συνεχίσω με το κλασικό θέατρο, όπως το γνώριζα εργαζόμενη πολλά χρόνια ως ηθοποιός, σκηνοθέτις και συγγραφέας. Στο θέατρο, όπως το γνωρίζουμε εμείς, παίζουν 5 στη σκηνή και 500 κάθονται σιωπηλοί αντίκρυ τους για να ακούσουν αυτά που λένε οι 5 αυτοί – χωρίς να σηκωθούν και να περπατήσουν στον χώρο, χωρίς να κάνουν οποιαδήποτε φωναχτή παρατήρηση. Το θέατρο των μορφωμένων τάξεων, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, δεν έχει πια σχέση με το καθ΄ εαυτό θέατρο. Επίσης με ενοχλεί η γκλαμουριά, το σταριλίκι και η αλαζονεία των ηθοποιών της θεατρικής σκηνής. Έψαξα λοιπόν να βρω μια νέα φόρμα, μια πιο δημοκρατική μορφή για να μεταφέρω   μέσα από χαμηλούς τόνους την τέχνη στον κόσμο. Και είπα στον εαυτό μου: το θέατρο πρέπει να πηγαίνει στο ακροατήριό του και όχι αντίστροφα. Αλλά δεν ήθελα και να υπηρετήσω την αισθητική του θεάτρου του δρόμου, επειδή και εκεί υπάρχει ο διαχωρισμός ηθοποιών και κοινού.

Η Μακρά Τράπεζα ως σκηνή για όλους

Porträt einer Frau mit Brille

Isabella Mamatis

Συνειδητοποίησα ότι η Μακρά Τράπεζα θα μπορούσε να είναι για μένα στο μέλλον η δική μου η σκηνή όπου θα βρίσκονται αντικριστά κοινό και ηθοποιοί – ώστε να πάψει ο διαχωρισμός κοινού και ηθοποιών και να γίνουν όλοι συντελεστές. Εδώ ο ηθοποιός δίνει ουσιαστικά μόνο το εναρκτήριο έναυσμα. Με τον σύντροφό μου Ουλφ Μάιλεντερ το ονομάσαμε «δραστηριοποίηση διαλόγου» αναπτύσσοντας μια φόρμα που επιτρέπει στον ηθοποιό, παρότι έχει έναν ρόλο, να διατηρήσει μια διαφάνεια που να επιτρέπει στον απέναντί του να συμμετάσχει στα δρώμενα. Η Μακρά Τράπεζα, δηλαδή η σκηνή, είναι μήκους 200 μέτρων, όπου συνευρίσκονται μικρές ομάδες οι οποίες δουλεύουν το εκάστοτε θέμα της Μακράς Τράπεζας. Εκτός λοιπόν από ένα κοινό γεύμα με μακαρονάδα για όλους, οι συμμετέχοντες δημιουργούν παράλληλα τέχνη και επικοινωνία στον δημόσιο χώρο. Κάθε Μακρά Τράπεζα αρχίζει τακτικά μια διαδικασία προφορικής ιστορίας πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα. Αυτόπτες μάρτυρες ιστορικών γεγονότων συνομιλούν με μαθητές, έτσι ώστε μέσω του διαλόγου μεταξύ των γενεών να προκύψει μια ιστοριογραφία του πρόσφατου παρελθόντος.

  • ein Mann mit Bouzouki an einem Tisch
    ©Lange Tafel

Η Μακρά Τράπεζα κάνει τον γύρο του κόσμου

Όταν ο Ζούκερμπεργκ έλεγε ότι μέσω του facebook θέλει να δικτυώσει όλο τον κόσμο, εγώ είχα το όραμα η Μακρά Τράπεζα να συνδέσει μια μέρα όλη την υδρόγειο. Έτσι και έγινε! Αυτή η ανοιχτή μορφή του Μακράς Τράπεζας προσέλκυσε ανθρώπους απ΄ όλο τον κόσμο. Αυτοί οι άνθρωποι μετέφεραν στη συνέχεια την Μακρά Τράπεζα στην πατρίδα τους. Τώρα υπάρχει στο Λος Άντζελες/ ΗΠΑ, στο Μπόμπο-Ντιουλασσό/ Μπουρκίνα Φάσο, στην Πούνα/ Ινδία και στο Μασάντ/ Ιράν. Έτσι με τη Μακρά Τράπεζα είναι ήδη συνδεδεμένες τέσσερις ήπειροι –Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Αμερική–, η Αυστραλία θα ακολουθήσει το 2019. Μια από τις μεγάλες μου επιθυμίες είναι να φέρω τη Μακρά Τράπεζα και στην πατρίδα του πατέρα μου, την Ελλάδα.

Κείμενο: Isabella Mamatis/σε καταγραφή της Michaela Prinzinger. Μετάφραση: Α. Τσίγκας. Φωτό: Lange Tafel, Meike Gieschen. Περισσότερες πληροφορίες: www.langetafel-theater.de και www.denk-mal-fuer-migration.com.

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου