Ημερολόγιο μιας αιωνιότητας

Στο σετ με τον Αγγελόπουλο

Στις 26 Ιουνίου 2019 εκδίδεται στα γερμανικά το «Ημερολόγιο μιας αιωνιότητας» (Tagebuch einer Ewigkeit) του Πέτρου Μάρκαρη, σε μετάφραση της Μιχαέλα Πρίντσιγκερ. Όχι, δεν είναι αστυνομικό αυτή τη φορά, αλλά ένα ημερολόγιο τεκμηρίωσης για τη συνεργασία του με το μεγάλο Έλληνα σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο. Γιατί ο Μάρκαρης δεν είναι μόνο συγγραφέας αλλά και μεταφραστής και σεναριογράφος. Γνωρίστε μια νέα πτυχή του διασημότερου σύγχρονου Έλληνα συγγραφέα και διαβάστε απόσπασμα στο diablog.eu!

Ο Πέτρος Μαρκάρης είναι φημισμένος για τα αστυνομικά του μυθιστορήματα, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος για τις επικές του σινεφίλ ταινίες. Αυτοί οι δυο μαζί έχουν στήσει μερικές από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές ταινίες. Η δημιουργική ανταλλαγή μεταξύ τους δείχνει την αλληλεπίδραση της σοβαρότητας και του χιούμορ στη δημιουργική διαδικασία – και τον τρόπο που με τον οποίο παίρνουν μορφή η λογοτεχνία και ο μεγάλος κινηματογράφος.

Ο Πέτρος Μάρκαρης δεν είχε ιδέα από σενάριο, αλλά ο Θόδωρος Αγγελόπουλος του έδειξε τον τρόπο. Πάνω από είκοσι χρόνια συνεργάστηκαν ο συγγραφέας και ο σκηνοθέτης. Στο ημερολόγιό του ο Μάρκαρης μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στη δημιουργία της ταινίας «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», η οποία τελικά κέρδισε στις Κάννες τον Χρυσό Φοίνικα. Με ταμπεραμέντο αλλά και με μεγάλη στοργή και συμπάθεια μιλάει για τη συνεργασία με τον καλό του φίλο, για τους περιπάτους και τις συζητήσεις τους για βιβλία, ταινίες και την επιλογή των ηθοποιών. Το αυθεντικό αυτό ντοκουμέντο περιλαμβάνει ανέκδοτες μέχρι σήμερα φωτογραφίες από το σετ, έναν πρόλογο του Θόδωρου Αγγελόπουλου και έναν αποκλειστικό επίλογο του Πέτρου Μάρκαρη για την πρώτη αυτή γερμανική έκδοση.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 1997

Η σκηνή της βροχής, όπου ο Α απομακρύνει τη μητέρα του, για να την προφυλάξει από τη νεροποντή και διαλύεται το τραπέζι στην παραλία, μας τρώει δύο μέρες.

Την πρώτη μέρα τίποτα δε λειτουργεί. Όταν φτάνουμε το πρωί με το πούλμαν στην παραλία, βλέπουμε ότι στήνουν ένα τεράστιο τράβελινγκ, που δεν είναι έτοιμο ακόμα. Ο Θόδωρος θέλει να γυρίσει μονοπλάνο τη σκηνή. Μετά από ένα δίωρο περίπου έρχεται ο Κατσέλης και μας λέει ότι είναι έτοιμοι και πάμε για γύρισμα. Το τράβελινγκ έχει στηθεί πάνω στην αμμουδιά της παραλίας με τη μηχανή μονταρισμένη πάνω σε γερανό. Ο Α δεν προλαβαίνει να διασχίσει την παραλία και να φτάσει στο τραπέζι, όταν ο γερανός βαραίνει και τις ράγιες του τράβελινγκ βουλιάζουν στην άμμο. Ο Θόδωρος ορύεται σε έξαλλη κατάσταση. Τα βάζει με τους εργάτες τους τεχνικούς, με τον Σινάνο, κοντολογίς με όποιον βρει μπροστά του. Σε τέτοιες στιγμές καλό είναι να κρατάς μιαν απόσταση ασφαλείας και να αποφεύγεις να βρίσκεσαι στο οπτικό του πεδίο. Εξ ου και φροντίζω να του γυρίσω την πλάτη και ν’ αγναντεύω το πέλαγο.

Η αλήθεια είναι ότι τους παίρνει ώρες να ξαναστήσουν το τράβελινγκ σε σταθερή βάση. Το απόγευμα, γύρω στις 4, (είμαστε στην αμμουδιά από τις 10 το πρωί) δοκιμάζουν δεύτερη λήψη. Όλα πηγαίνουν ρολόι ως τη στιγμή που ξεσπάει η βροχή, αλλά εκεί τα όνειρα να τελειώσουμε γκρεμίζονται, γιατί οι αντλίες των πυροσβεστικών οχημάτων ρίχνουν το νερό, όπως τους καπνίσει. Την πρώτη φορά το νερό είναι λίγο, τη δεύτερη δεν πέφτει σωστά, την τρίτη δε συντονίζονται, ώσπου ο ήλιος φτάνει στη δύση, το φως αλλάζει και το γύρισμα διακόπτεται.

Δεύτερο, έξαλλο, ξέσπασμα του Θόδωρου. Το βράδυ που πηγαίνουμε να φάμε στον «Κρητικό» ο Θόδωρος απουσιάζει.

«Πού είναι;» ρωτάω τον Κατσέλη.

«Πήγε για ύπνο να ηρεμήσει», μου απαντάει.

Τυχερός είναι, λέω από μέσα μου. Ο ύπνος είναι το καλύτερο φάρμακο, το λένε και οι ψυχίατροι, φτάνει να μπορείς να κοιμάσαι με τις κότες. Εμένα, που δεν μπορώ να κλείσω μάτι πριν από τις 2 το πρωί, μου είναι άχρηστο.

Από την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα»

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 1997

Τη δεύτερη μέρα τα πράγματα είναι πιο οργανωμένα. Φτάνουμε στις 10 το πρωί στην αμμουδιά και όλα μας περιμένουν έτοιμα. Παρόλα αυτά, τρώμε ολόκληρη τη μέρα, γιατί γίνονται συνολικά πέντε λήψεις μετ’ εμποδίων.

Η πρώτη αποτυχαίνει, γιατί οι αντλίες των πυροσβεστικών οχημάτων κάνουν και πάλι τα δικά τους. Η δεύτερη πάει καλά. Ο Θόδωρος είναι για πρώτη φορά μετά από μιάμισι μέρα ευχαριστημένος, αλλά θέλει να κάνει και μια τρίτη λήψη ασφαλείας. Έχει μεσημεριάσει όμως και γίνεται διακοπή.

Το απόγευμα βλέπουμε στις αντλίες κάτι καινούργιες φάτσες. Έχει αλλάξει η βάρδια των πυροσβεστών. Θυμάμαι τα γυρίσματα κάτι θεατρικών έργων για τηλεόραση, που κάναμε στην ΕΡΤ. Πηγαίναμε στις 8 το πρωί, εξηγούσαμε στις κάμερες τι θέλουμε και πώς θα γίνει, όλα πήγαιναν καλά μέχρι το μεσημέρι, αλλά το μεσημέρι άλλαζε η βάρδια, έρχονταν άλλοι καμεραμέν και έπρεπε να τα εξηγήσουμε όλα πάλι από την αρχή. Το ίδιο και οι πυροσβέστες τώρα. Δεν ξέρουν τι να κάνουν, και ώσπου να το καταλάβουν, πάει στράφι και η τρίτη λήψη. Επιτέλους, στην τέταρτη όλα λειτουργούν, αλλά ξαφνικά, στη μέση του γυρίσματος, αλλάζει το φως. Ενώ είναι συννεφιά, ξαφνικά βγαίνει ήλιος, χαρά Θεού. Διακόπτουμε και περιμένουμε να έρθει κανένα συννεφάκι. Ευτυχώς, ο Θεός μας κάνει το χατίρι και γυρίζουμε την πέμπτη λήψη ασφαλείας.

Μετά, ο Θόδωρος κάνει πρόβα το πλάνο με την υπόλοιπη οικογένεια που φεύγει μέσα στη βροχή. Κάνει δυο πρόβες και σταματάει. Μας λέει να πάμε στη διπλανή παραλία, όπου μας βάζει να σκαρφαλώνουμε από τη γραμμή της όχθης της αμμουδιάς προς τα μέσα. Κανείς δεν έχει καταλάβει, τι ακριβώς θέλει να κάνει μ’ αυτό το πλάνο. Ούτε κι εγώ, γιατί τέτοιο πλάνο δεν υπάρχει μέσα στο σενάριο. Θέλω να τον ρωτήσω, αλλά δεν προλαβαίνω, για τι φτάνουμε πάλι στη δύση του ηλίου και γυρίζουμε στο ξενοδοχείο.

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 1997

Αργία, δυσάρεστη αλλά αναπόφευκτη. Διότι, ο ήλιος σκάει την πέτρα και τα νεύρα του Θόδωρου. Αν είχε τέτοιον καιρό στις διακοπές μου στην Κύθνο, θα είχα απολαύσει τον ήλιο και τη θάλασσα. Αντίθετα, τον Αύγουστο φυσούσε τρελός βοριάς με συννεφιά, που έβλεπα τη θάλασσα και τό ’βαζα στα πόδια.

Εμείς πίνουμε καφέ στη λιακάδα, ενώ ο Θόδωρος τρώει σίδερα.

Από την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα»

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 1997

Το πρωί αναχώρηση με πούλμαν για τη Θεσσαλονίκη. Το ταξίδι μού θυμίζει τις μεταβάσεις μου στην Πάτρα. Από την επιβίβαση μέχρι την αποβίβαση το ραδιόφωνο μας τέρπει με ελαφρολαϊκά, βλαχορόκ και τσιφτετέλια. Σ’ όλη τη διαδρομή σιχτιρίζω το μουσικό πάθος των Ελλήνων.

Φτάνω στο ξενοδοχείο μ’ ένα κεφάλι τούμπανο. Αφήνουμε τα πράγματα μας και φεύγουμε αμέσως για πρόβα στο ιταλικό προξενείο στη Βασ. Όλγας. Όλη η μουσική στο πούλμαν παίδεψε την ακοή μου, τόσο η θέα του παλιού ιταλικού προξενείου ευφραίνει την όραση μου. Είναι ένα πανέμορφο νεοκλασικό χτίριο και το ντεκόρ που του έφτιαξαν το ομορφαίνει ακόμα περισσότερο.

Ο Θόδωρος ανακοινώνει ότι μας θέλει για πρόβα στις 7 το απόγευμα. Θα κάνει την άφιξη της οικογένειας. Αρχίζει να προβάρει αλλά ξαφνικά διαπιστώνει ότι ο διάλογος που υπάρχει στο σενάριο δεν επαρκεί, γιατί ο χώρος είναι μεγαλύτερος απ’ ότι τον έχει υπολογίσει και η συζήτηση της οικογένειας εξαντλείται πριν περάσουν οι ηθοποιοί από το χολ στο σαλόνι.

«Πρέπει να γράψουμε κι άλλον διάλογο», μου λέει.

Οι ηθοποιοί φεύγουν κι εμείς επιδιδόμαστε στην αγαπημένη μας ενασχόληση: να λέει ο Θόδωρος μιαν ιδέα και να τη συζητάμε. Πάντως, φαίνεται πως έχουμε ρέντα, γιατί μέσα σε δύο ώρες έχουμε ξαναγράψει τη σκηνή, που γίνεται πολύ πιο ωραία από την αρχική μορφή της.

Από την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα»

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 1997

Η σκηνή άφιξης της οικογένειας. Από το πρωί ο Θόδωρος αρχίζει πάλι να προβάρει με βάση τον καινούργιο διάλογο που γράψανε το βράδυ της Τρίτης. Η είσοδος στη βίλα στήνεται γρήγορα, αλλά από εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Οι ηθοποιοί ξεχνούν τα λόγια τους και λένε κάθε φορά διαφορετικές ατάκες, που τις σκαρφίζονται μόνοι τους. Το αγαπημένο σπορ των ηθοποιών. Δεν γίνονται ούτε δύο πρόβες στη σειρά που οι ηθοποιοί να λένε τα ίδια λόγια. Σα να μην έφτανε αυτό, η Ρενώ τρέμει σύγκορμη από την ανασφάλεια, γιατί ακούει γύρω της μόνο ελληνικά, δεν καταλαβαίνει λέξη και δεν μπορεί να σταμπιλάρει πότε ακριβώς θα ατακάρει. Ένας χαμός. Σε μια στιγμή ο Θόδωρος θα κάθεται σε μια πολυθρόνα και πιάνει το κεφάλι του. Γυρίζει και με κοιτάζει. Από το βλέμμα του καταλαβαίνω ότι είναι έτοιμος να θυμηθεί τον παλιό του εαυτό και ν’ αρχίσει τις φωνές, που να εξαφανιστούν όλοι.

Πάω και τον πιάνω από τον ώμο. «Μη σκας, θα γίνει», του λέω μπας και τον ηρεμήσω.

«Ξέρεις τι μου στοιχίζει αυτή η καθυστέρηση;»

Τι να του πω; Το ξέρω και σωπαίνω.

Ο εκνευρισμός γενικεύεται και παρασύρει κι εμένα. Κάποια στιγμή λέω στον Κούρο, που τον συμπαθώ ιδιαίτερα: «Αν ξεχάσεις ξανά την Κλυταιμνήστρα στην ατάκα σου, θα γίνω Ορέστης, να το ξέρεις!»

Στο τέλος, ο Θόδωρος μας μαζεύει σ’ ένα δωμάτιο και μας λέει να ξεκουραστούμε και να ηρεμήσουμε. Μας ανοίγει κι ένα μπουκάλι κρασί για να χαλαρώσουμε και φεύγει. Καθόμαστε όλοι σε κύκλο, αμήχανοι κι εκνευρισμένοι. Εκεί πάνω η Ρενώ ρίχνει την ιδέα να σταματήσουμε τις πρόβες και να πάμε για γύρισμα, γιατί αυτό που μας έχει κουράσει είναι, κατά τη γνώμη της, η πρόβα.

Το προτείνουμε στον Θόδωρο. Δέχεται, ίσως με τη λογική ότι ο πνιγμένος από τα μαλλιά πιάνεται. Επαληθεύονται και η ρήση της Ρενώ, γιατί στη δεύτερη λήψη η σκηνή βγαίνει. Ο Θόδωρος κάνει άλλες τρεις για ασφάλεια.

Από την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα»

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 1997

«Μοναξιά είσαι η πιο πικρή παρέα» έλεγε ένα παλιό τραγούδι. Ή λάθος έκανε, ή δεν τό ’λεγε για τους συγγραφείς. Πόσο νοσταλγώ τη μοναξιά του υπολογιστή μου εδώ, στη φασαρία των γυρισμάτων! Η ένταση είχε αρχίσει από χτες το βράδυ, επειδή μας είπαν ότι θα φεύγαμε για Ουρανούπολη. Πάνω που ετοιμάσαμε τις βαλίτσες μας με την ψηχή στο στόμα, μας είπαν ότι η αναχώρηση μετατίθεται για αύριο το πρωί –για σήμερα, δηλαδή.

Μας ξεκινάνε από τις 7 το πρωί κι αυτό αυξάνει την ένταση, γιατί έξω είναι λιακάδα χαρά Θεού και είναι αδύνατο να συννεφιάσει τόσο γρήγορα, ώστε να γυρίσουμε τη σκηνή της βροχής. Προτείνουμε να σταματήσουμε στην Ιερισσό, να καθίσουμε σ’ ένα καφενεδάκι και όταν αρχίσει να συννεφιάζει να πάμε στα Κακούδια για το γύρισμα. Στην αρχή λένε ναι, αλλά όταν πάμε να καθίσουμε στο καφενεδάκι, μας σηκώνουν άρον-άρον, λέγοντας «όχι, θα πάμε στα Κακούδια».

Στα Κακούδια ο ήλιος χρυσίζει την άμμο και χρειαζόμαστε ομπρέλες. Ούτε ένα συννεφάκι στον ουρανό. Η ΕΜΥ είπε ότι αναμένεται να συννεφιάσει μόλις το απόγευμα και ή ώρα είναι ακόμα 10:30. Μας λένε ν’ αρχίσουμε να ντυνόμαστε. Αυτή τη φορά τσαντίζομαι εγώ, γιατί ξέρω ότι το κάνουν επίτηδες. Μας έφεραν εδώ χωρίς λόγο και τώρα, για να τα μπαλώσουν, μας λένε να ντυθούμε, για να δείξουν στον Θόδωρο ότι κάτι κάνουν.

«Δεν ντύνομαι», τους λέω. «Ας συννεφιάσει και το ντύσιμο είναι υπόθεση δύο λεπτών».

Καταλαβαίνουν ότι τα έκαναν μούσκεμα –μεταφορικά, γιατί στην κυριολεξία τους εμποδίζει η λιακάδα– και δεν επιμένουν. Ο Θόδωρος στέλνει τη Ζοζεφίνα να με φωνάξει, για να κάνουμε παρέα. Τον βρίσκω σε μία από τις δύο στρατιωτικές σκηνές. Κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα και με το δίκιο του.

«Ξέρεις πως ό,τι γυρίσαμε ως τώρα είναι διαφορετικό από το σενάριο;» μου λέει.

«Όχι όλα. Η σκηνή με το τραπέζι στην παραλία και η σκηνή της βίλας είναι όπως και στο σενάριο, αν εξαιρέσεις τις προσθήκες στον διάλογο. Άλλαξε τελείως το καΐκι. Κόβεται και συνεχίζει με την άνοδο στη βραχώδη κορφή».

«Σωστά. Και η σκηνή στην κορφή του βράχου έμεινε η ίδια, εκτός από την απουσία των γλάρων».

Βάζω τα γέλια, γιατί θυμάμαι αυτά που μου είπε ο Κατσέλης, Είχαν μεταφέρει τρία κασόνια με σαρδέλες στο ξερονήσι, ώστε να δελεάσουν τους γλάρους, για να πετάξουν και να έρθουν να τις φάνε, αλλά αυτοί κάθονταν στα βράχια και τους κοιτούσαν αφ’ υψηλού. Ο Θόδωρος τα είχε βάλει με την παραγωγή. Φώναζε ότι είναι ανίκανη να ξεσηκώσει ένα τσούρμο γλάρους. Στο τέλος, οι σαρδέλες βρώμισαν στον ήλιο κι ο Θόδωρος γύρισε τη σκηνή με πεντέξη γλάρους. Και όταν το συνεργείο μάζεψε τα μηχανήματα και ήταν έτοιμοι να φύγουν, τότε το κοπάδι των γλάρων σηκώθηκε από τα βράχια και όρμηξε στις μπαγιάτικες σαρδέλες.

Πιο πέρα, τρία πυροσβεστικά, υπό την επίβλεψη του Χαρωνίτη, κάνουν πρόβα στη βροχή της ερωτικής σκηνής. Επειδή το δελτίο καιρού είπε πως μπορεί να έχει και αύριο συννεφιά, ο Θόδωρος ελπίζει να γυρίσει και αυτή τη σκηνή. Πιέζεται από χρόνο, γιατί η Ρενώ πρέπει να φύγει στις 8 του μήνα.

Στον ορίζοντα εμφανίζεται ένα μεγάλο σύννεφο και μέσα σε δυο ώρες φτάνει από πάνω μας. Ετοιμαζόμαστε για γύρισμα. Τα πυροσβεστικά μετακινούνται με όλη τη μεγαλοπρέπεια της ελληνικής αποτελεσματικότητας και ώσπου να πάρει θέση και να στηθεί η μηχανή, το σύννεφο μας έχει αποχαιρετήσει. Καθόμαστε και περιμένουμε το επόμενο, που είναι σε απόσταση μιας ώρας, σα δρομολόγιο του ΚΤΕΛ. Δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε και με το βλέμμα στον ουρανό, το παρακολουθούμε που πλησιάζει αργά, ενώ παίζουμε προ-πό για τον χρόνο που θα του πάρει να φτάσει σε κατακόρυφη θέση από πάνω μας.

Τελικά, φτάνει γύρω στις 4. Μπαίνουν μπρος οι αντλίες και τα κανόνια της πυροσβεστικής. Εμείς τρέχουμε κι αυτοί μας βομβαρδίζουν με νερό, σα να’ πιασε φωτιά εργοστάσιο φιαλών υγραερίου. Γίνονται μια πρόβα και τρεις λήψεις και όταν τελειώνουμε, είμαστε σα ναυαγοί ελληνικού τάνκερ στ’ ανοιχτά της Ταϊβάν. Τρέχουμε να σκουπιστούνε και ν’ αλλάξουμε, αλλά για κακή μας τύχη, πάνω που αλλάζουμε πίσω από τους θάμνους αρχίζει να βρέχει καρεκλοπόδαρα. Γίνονται μούσκεμα και τα στεγνά μας ρούχα.

«Άκου να δεις», λέω στον Θόδωρο. «Την άλλη φορά που θα ξαναγράψεις σκηνή με βροχή, πρώτα θα μου υπογράψεις ότι δε θα ’μαι εγώ στο πλάνο και μετά θα συνεργαστώ».

Ξεραίνεται στα γέλια. Το κέφι του θα επανέλθει, γιατί προλαβαίνει να γυρίσει και τη σκηνή με τον Α, που ψάχνει την Άννα στη βροχή. Η Ρενώ παρακολουθεί το γύρισμα και ξεκαρδίζεται με την κατάντια μας.

Κείμενο: Πέτρος Μάρκαρης. Από το βιβλίο του συγγραφέα: Το ημερολόγιο μιας αιωνιότητας. Εκδ. Γαβριηλίδη 1998. Φωτό: Από την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα».

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου