Φαντάσματα

Απόσπασμα από συλλογή διηγημάτων του Rudolph Herzog

Πρωτοχρονιάτικο διήγημα στο diablog.eu: Ένας νεαρός Έλληνας και μια ηλικιωμένη Βερολινέζα γνωρίζονται και γίνονται φίλοι. Ξεκινούν μια διαδικασία αλληλοδιδασκαλίας των δύο μητρικών γλωσσών τους, όταν ξυπνούν απρόσμενα τα φαντάσματα του παρελθόντος… Πρεμιέρα στο diablog.eu: Ο Σπύρος Μοσκόβου μετέφρασε στα ελληνικά ένα απόσπασμα από το διήγημα «Tandem», το οποίο περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Truggestalten» («Φαντάσματα») του Rudolph Herzog. Εικονογράφηση: σειρά φωτογραφιών από την έκθεση «Κτερίσματα» του Μισέλ Φάις.
Ο Ρούντολφ Χέρτσογκ (1973), γιος του Γερμανού σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτσογκ, είναι δοκιμιογράφος και σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ. Το έργο του «Φαντάσματα», που κυκλοφόρησε το 2017 στη Γερμανία, είναι το πρώτο καθαρά λογοτεχνικό του βιβλίο – επτά ιστορίες με φαντάσματα που εκτυλίσσονται στο σημερινό Βερολίνο. Οι κατά τεκμήριο ανεξάρτητοι και ελεύθεροι ήρωές του σκοντάφτουν κάποια στιγμή στο παρελθόν, συναντούν νεκρούς που δεν πέθαναν ποτέ, ταλαιπωρημένα πνεύματα. Ένα τέτοιο ταλαιπωρημένο πνεύμα από το παρελθόν φαίνεται πως είναι και η απροσδιορίστου ηλικίας Λότε Βούτκε, την οποία συναντά στο Βερολίνο ο Δημήτρης Παπαδόπουλος. Αυτός θέλει να βελτιώσει τα γερμανικά του, αυτή τα ελληνικά της. Αλλά η αμοιβαία αυτή ιδιωτική διδασκαλία (το διήγημα έχει τον τίτλο Tandem) ανοίγει την καταπακτή του χρόνου και φέρνει στην επιφάνεια την Κατοχή στην Ελλάδα, τα ελληνικά δεινά και τις γερμανικές ενοχές.
Rudolph Herzog, Truggestalten

«Μάθημα για δύο» (απόσπασμα)

Όταν ο Δημήτρης πήγε σπίτι, γκούγκλαρε το όνομα «Λότε Βούτκε». Η αναζήτηση δεν είχε αποτέλεσμα. Υπήρχε ένας Χάινριχ Βούτκε, που ήταν αρχαιολόγος και είχε διευθύνει ανασκαφές στην Ελλάδα. Αυτό όμως ήταν τη δεκαετία του είκοσι∙ ο Βούτκε είχε πεθάνει στο Βερολίνο το 1946.

Μια και ο Δημήτρης δεν μπορούσε να βρει κάτι το διαφωτιστικό για τη Λότε αλλά ούτε και να κοιμηθεί, τσέκαρε τυχαία διάφορα βίντεο στο youtube. Κόλλησε σ’ ένα, στο οποίο ερευνητές εξέταζαν κατά πόσον τα σκιουράκια είναι ευφυή. Για τον σκοπό αυτό οι επιστήμονες είχαν εγκαταστήσει στο εργαστήριο ένα κιβώτιο, που χωριζόταν σε δυο θαλάμους συνδεόμενους μεταξύ τους. Στον πρώτο θάλαμο ήταν ένα μικρό κουμπί που άναβε πολλές φορές την ημέρα. Αν ο σκίουρος πατούσε το κουμπί με το πόδι του, τότε έπεφτε από ένα ραφάκι ένα καρύδι. Ο αριθμός των καρυδιών συνολικά έφθανε για να καλύψει τις ανάγκες του ζώου σε θερμίδες. Στον δεύτερο θάλαμο έπεφτε ή τίποτα απολύτως ή μέσα από μια τρύπα ένας ολόκληρος καταρράκτης από καρύδια πάνω στον σκίουρο. Η συνολική ποσότητα όμως αρκούσε για να καλύψει μόνο τις μισές ανάγκες της διατροφής. Το αποτέλεσμα του πειράματος εξέπληξε τους επιστήμονες. Μόλις τα σκιουράκια αντιλαμβάνονταν τον πακτωλό των καρυδιών στον δεύτερο θάλαμο, ήθελαν να πατάνε μόνο εκεί το πλήκτρο. Ακόμα κι αν μετά από δέκα αλλεπάλληλες προσπάθειες δεν συνέβαινε τίποτα, εξακολουθούσαν να πατάνε το κουμπί με μανία. Κανένα από τα σκιουράκια δεν επέζησε του πειράματος˙ πέθαναν όλα από την πείνα.

Λίγο πριν από τη συνάντηση με τη Λότε στην οδό Νίμπουρ ο Δημήτρης συνέλαβε τον εαυτό του να φροντίζει την εμφάνισή του περισσότερο από όσο απαιτούσε η περίσταση. Πρώτα διάλεξε ένα μπλε μαρέν πουλόβερ από κασμίρι, το οποίο καθάρισε προηγουμένως με υπερβολικό ζήλο από χνούδια και τρίχες. Μετά έβαλε στο πρόσωπό του λίγη ενυδατική κρέμα, έστρωσε τα μαλλιά του με κερί και έβαλε λίγο άρωμα στον λαιμό του.

Κατά τις δέκα το βράδυ χτύπησε η εξώπορτα. Η Λότε εμφανίστηκε φορώντας ένα κομψό φόρεμα σε ίσια γραμμή με ανατολίτικα μοτίβα. Το χρώμα του υφάσματος έπαιζε μεταξύ μαύρου και ομπερζίν.

Ο Δημήτρης άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί και γέμισε τα ποτήρια τους. Κάθισαν μαζί για κάμποση ώρα στην τραπεζαρία. Φλυαρούσαν για ασήμαντα πράγματα: μια έκθεση στο Μουσείο Γκρόπιους, σχέδια για τα Χριστούγεννα, τα μπαρ του Κρόιτσμπεργκ. Κάπου-κάπου ο Δημήτρης σημείωνε κάτι στο λεξικό του. Κάποια στιγμή έγινε μια παύση.

«Να ξεκινήσω το μαγείρεμα;», ρώτησε η Λότε.

«Παρακαλώ. Δυστυχώς εγώ δεν έχω μάθει ακόμα καλά τα κατατόπια της κουζίνας».

«Δεν πειράζει. Έχω προετοιμάσει τα πάντα. Χρειαζόμαστε μόνο ένα τηγάνι και λάδι. Σου αρέσει το ψάρι, έτσι;»

Έβαλε το χέρι στην τσάντα της κι έβγαλε ένα πακετάκι τυλιγμένο σε πλαστικό και χαρτί.

Μπήκαν μαζί στην κουζίνα. Η Λότε έβαλε στο τηγάνι λίγο σπορέλαιο να ζεσταίνεται. Μετά ξετύλιξε το χαρτί.

«Έκπληξη!»

Michel_Fais_5

©Michel Fais

Όντως το περιεχόμενο δεν ήταν αυτό που περίμενε ο Δημήτρης. Αντί για καμιά πέστροφα ή καμιά φέτα μπακαλιάρου είχε μέσα κάτι ψαράκια, προσεκτικά πλασμένα με ζύμη.

Η Λότε πρόσεξε το σαστισμένο πρόσωπο του Δημήτρη.

«Αφού υπάρχει ψεύτικος λαγός*, τότε μπορεί να υπάρχει και ψεύτικο ψάρι», είπε γυρίζοντάς το στα γερμανικά. «Μη φοβάσαι – δεν είναι φτιαγμένα από βελανίδια, αλλά από καλαμποκάλευρο. Είναι πολύ πιο νόστιμο. Εξάλλου έχει μέσα κι ένα μυστικό υλικό».

Η Λότε, αφού τηγάνισε τα γλυκάκια γυρίζοντάς τα αρκετές φορές μέχρις ότου γίνουν χρυσοκίτρινα, τα έβγαλε με μια τρυπητή κουτάλα απ’ το τηγάνι, τα σέρβιρε σ’ ένα πιάτο και τα στράγγιξε προσεκτικά μ’ ένα κομμάτι χαρτί κουζίνας. «Ιδού – έτοιμο».

Ο Δημήτρης είχε στρώσει στην τραπεζαρία. Η Λότε σερβίρισε τα «ψαράκια». Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους. Ο Δημήτρης δοκίμασε έναν απ’ αυτούς τους παράξενους καλαμποκοκεφτέδες. Ήταν λιπαρός και βαρύς.

«Έριξα μέσα και λίγο μουρουνέλαιο, για να έχει πιο πολύ τη γεύση ψαριού», είπε η Λότε.

Ο Δημήτρης ξερόβηξε.

«Σου αρέσει;» Η Λότε τον κοίταξε γεμάτη προσδοκία.

Michel_Fais_2

©Michel Fais

«Ναι, δεν είναι άσχημο», είπε ψέματα ο Δημήτρης. «Θυμίζει μερικές συνταγές, για τις οποίες μου είχε μιλήσει η γιαγιά μου. Πράγματα που ήταν υποχρεωμένη να μαγειρέψει τον καιρό της κατοχής, όταν στην Ελλάδα υπήρχε μεγάλη ανεπάρκεια τροφίμων. Μη με παρεξηγήσεις, ήταν νόστιμα φαγητά, μαγειρεμένα με φαντασία και αγάπη. Χρησιμοποιούσε τα υλικά που ήταν διαθέσιμα. Το ξέρεις σίγουρα ότι οι Γερμανοί είχαν επιτάξει τα είδη διατροφής˙ ήθελαν να κάνουν τους Έλληνες να πεθάνουν απ’ την πείνα, επειδή τους θεωρούσαν «φυγόπονους». Ψάρι δεν υπήρχε ούτε για δείγμα – οι Γερμανοί είχαν απαγορεύσει το ψάρεμα διά ροπάλου».

Η Λότε έσκυψε και κοίταξε με ένταση τον Δημήτρη.

«Πες μου περισσότερα».

«Η γιαγιά μου δούλευε σαν δασκάλα στην Αθήνα. Εκεί ήταν η μεγαλύτερη πείνα. Στους δρόμους κείτονταν πτώματα».

Τα μάτια της Λότε έλαμπαν παράξενα. Ο Δημήτρης γλιστρούσε πότε δεξιά και πότε αριστερά στην καρέκλα του. Η κατάσταση τού ήταν δυσάρεστη. Μήπως την έφερνε σε δύσκολη θέση; Πώς να έβλεπαν οι Γερμανοί, όπως η Λότε, τον πόλεμο;

«Συνέχισε! Πώς επιβίωσε η γιαγιά σου;»

Ο Δημήτρης συλλογίστηκε για μια στιγμή.

«Μου είχε διηγηθεί ότι ο διευθυντής του σχολείου είχε καλή σχέση με τους μαυραγορίτες. Μερικές φορές πλήρωνε τους δασκάλους σε είδος. Το πολυτιμότερο ήταν το ελαιόλαδο, κάτι σαν χρυσάφι. Γι’ αυτό το λόγο βρέθηκε κάποτε μπροστά σε δίλημμα. Ένα βράδυ η γιαγιά μου άκουσε έξω έναν κρότο, το ψυγείο ενός αυτοκινήτου έβραζε∙ μετά κάποιος άρχισε να χτυπά δυνατά την εξώπορτα. Μόλις άνοιξε, είδε μπροστά της ένα Γερμανό στρατιώτη. Στο πρόσωπό του υπήρχε η σύσπαση του πόνου. Είχε τσουρουφλίσει το αριστερό του χέρι και ζητούσε λάδι, για να το αλείψει στο δέρμα του. Μπορείς να το διανοηθείς; Ένα τόσο πολύτιμο είδος, με το οποίο έτρεφε την οικογένειά της – και τώρα έπρεπε ξαφνικά να χύσει το λάδι πάνω στο χέρι ενός εχθρού».

«Και τι έκανε;»

«Δεν έχω ιδέα. Δεν θυμάμαι την κατάληξη της ιστορίας. Πάντως ένα από τα παιδιά της πέθανε στον πόλεμο».

Σταμάτησε. Η Λότε είχε γυρίσει από την άλλη μεριά. Οι ώμοι της τραντάζονταν.

«Πρέπει να φύγω», του είπε πνιγμένη στα δάκρυα.

«Είπα κάτι που δεν έπρεπε;», ρώτησε ο Δημήτρης ταραγμένος.

«Όχι…όχι, φυσικά και όχι».

Πριν αυτός προλάβει καν να αντιδράσει, η Λότε είχε πεταχτεί επάνω και είχε αρπάξει το παλτό της. Σκέφτηκε αν έπρεπε να τη σταματήσει. Ο Δημήτρης σιχαινόταν αυτές τις καταστάσεις.

«Δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω!», της είπε αμήχανα.

Αυτή τον κοίταξε με κλαμένα μάτια.

Michel_Fais_3

©Michel Fais

«Δεν έχει σχέση με σένα», κατάφερε να πει κάπως βεβιασμένα. Μετά εγκατέλειψε το διαμέρισμα. Ο Δημήτρης άκουγε τα τακούνια της να χτυπάνε στη σκάλα. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε στον δρόμο μέσα στη νύχτα. Έξω ψιχάλιζε˙ το φως των φαναριών καθρεφτιζόταν θαμπό πάνω στην υγρή άσφαλτο. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα είδε τη Λότε να περνάει βιαστικά στην άλλη πλευρά του δρόμου. Είχε σηκώσει τον γιακά στο μπεζ αδιάβροχό της. Ποιος ξέρει τι την είχε πιάσει! Γιατί φερόταν τόσο παράξενα;

Έξω η Λότε βράδυνε το βήμα της και στηρίχτηκε εξαντλημένη σε μια κολόνα με διαφημίσεις. Μετά κατέρρευσε. Έγινε με τόσο αργό ρυθμό, ώστε ο Δημήτρης αρχικά δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Κοίταζε ανέκφραστος το κορμί της Λότε που έμοιαζε άψυχο.

Ο Δημήτρης είχε μείνει στήλη άλατος. Ξαφνικά άρχισε πάλι να κινείται και να δρα χωρίς να σκέφτεται. Έτρεξε στο κλιμακοστάσιο και με ένα πήδημα έφτασε στο τέταρτο σκαλί. Πετάχτηκε έξω˙ ξέφρενες στάλες βροχής μαστίγωσαν το πρόσωπό του. Μόλις πλησίασε βιαστικά την κολόνα, είδε ότι δεν βρισκόταν κανείς εκεί. Κοίταξε γύρω του – ο δρόμος ήταν άδειος.

«ΛΟΤΕ—!», φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Δεν πήρε απάντηση. Προσπάθησε να φωνάξει άλλη μια φορά, αλλά η φωνή του δεν έβγαινε.

Το βλέμμα του Δημήτρη έπεσε πάνω στη διαφημιστική αφίσα μιας ζυθοποιίας. Έδειχνε έναν γνωστό κωμικό, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των μικροαστών, με πουλόβερ, φαλακρίτσα και παντόφλες. Πάνω από τον άντρα αιωρούνταν μια φούσκα: «Γιατί δεν έχει στο δάσος μπύρες; Επειδή τις πίνουν οι φιλύρες».

Κοίταζε αποσβολωμένος την αφίσα και προσπαθούσε να πάρει αναπνοή. Μόνο όποιος έχει πάθει κρίση άσθματος ξέρει πόσοι μύες κρύβονται στον θώρακα. Σαν χοντρά σύρματα προσπαθούσαν με συσπάσεις να αποκαταστήσουν την αναπνοή του. Αλλά όσο κι αν δούλευε το μυϊκό σύστημα του Δημήτρη, στα πνευμόνια του δεν έφτανε αρκετό οξυγόνο. Η τραχεία του είχε στενέψει στο ελάχιστο της κανονικής διαμέτρου της. Καθώς προσπαθούσε απεγνωσμένα να πάρει ανάσα, ο Δημήτρης συνειδητοποίησε ότι είχε αφήσει το εισπνεόμενο φάρμακο για περιπτώσεις ανάγκης στο σπίτι.

*ΣτΜ.: Έτσι λέγεται στα γερμανικά το ρολό με κιμά και αυγά.

Κείμενο: Rudolph Herzog. Μετάφραση: Σπύρος Μοσκόβου. Ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου: http://www.galiani.de. Φωτό: Μισέλ Φάις από τη σειρά φωτογραφιών «Κτερίσματα», από έκθεση στον Χώρο Τέχνης «24» (2013).

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *