Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ

Απόσπασμα από μυθιστόρημα της Έλενας Χουζούρη

27 Ιανουαρίου: Διεθνής ημέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος. Το diablog.eu παρουσιάζει ένα απόσπασμα του μυθιστορήματος της Έλενας Χουζούρη ­«Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ». Η νεαρή Ισραηλινή Αλίζα από το Τελ Αβίβ προσπαθεί να ξεδιαλύνει τη μυστηριώδη ιστορία της γιαγιάς της Λούνα, που μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. 

Τρεις φωτογραφίες κι ένα χειρόγραφο µε τις χρονολογίες 1931, 1939, 1941-1944 που κληρονοµεί από τη Θεσσαλονικιά γιαγιά της Λούνα, ωθούν την εγγονή Αλίζα να επισκεφθεί τη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέµβριο του 2012. Επίσηµη αιτιολογία για το ταξίδι της εικοσιεπτάχρονης µεταπτυχιακής φοιτήτριας ιστορίας στο Πανεπιστήµιο του Τελ Αβίβ, η έρευνα για το µεταπτυχιακό της µε θέµα «Ο βίος και το έργο του Αβραάµ Μπεναρόγια». Η αλήθεια όµως είναι η επιθυµία της να ανακαλύψει τι κρύβουν τόσο οι τρεις φωτογραφίες όσο και οι χρονολογίες που έχει καταγράψει η Λούνα.

Buchumschlag mit Text und StrandΚαι πραγµατικά κρύβονται πολλά και επώδυνα, τα οποία η Αλίζα ανακαλύπτει σταδιακά και µε δυσκολία. Στο επίκεντρο των ανακαλύψεών της ο µοιραίος έρωτας της Λούνα µε τον αντάρτη Παύλο, ο αιρετικός τρόπος διάσωσής της από το Ολοκαύτωµα, η περιπέτειά της µέχρι να φτάσει στην Παλαιστίνη το 1946. Καθώς η Αλίζα ψάχνει, οι αινιγµατικές χρονολογίες της γιαγιάς της πλαισιώνονται από εικόνες µιας πάλαι ποτέ ευτυχισµένης ζωής στη Salonico, έως την ηµέρα που οι Γερµανοί µπαίνουν στην πόλη. Σ’ αυτές τις εικόνες θέση κατέχει και ο Αβραάµ Μπεναρόγια, καθώς και οι σοσιαλιστικοί εργατικοί αγώνες της Φεντερασιόν στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα στη Θεσσαλονίκη.

Ένα πολυφωνικό, πολυεπίπεδο, διαχρονικό µυθιστόρηµα για τα πολλαπλά πρόσωπα των συλλογικών ταυτοτήτων, της Μνήµης και προπαντός για τη συµφιλίωση και την παραδοχή των όσων κληρονοµούµε από το παρελθόν και καθορίζουν το παρόν µας. Ένα µυθιστόρηµα για το Ολοκαύτωµα της Θεσσαλονίκης και τα φαντάσµατα των χαµένων σεφαραδιτών Εβραίων που κυκλοφορούν έως σήµερα, αδικαίωτα, στους δρόµους της.

Mutter und Tochter auf Schwarzweißfoto

ΠΡΙΝ

ΟΠΟΥ Η ΑΛΙΖΑ ΔΙΝΕΙ ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΒΛΕΠΕΙ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ

Η Αλίζα ετοιμάστηκε να περάσει απέναντι. Χωρίς να το καταλάβει μπήκε στον ποδηλατόδρομο. Άκουσε το κουδούνισμα ενός ποδηλάτη και οπισθοχώρησε. Πίσω της ο μαβής ήλιος του Σεπτεμβρίου είχε ήδη βυθιστεί στον Θερμαϊκό. Σε λίγα λεπτά η Θεσσαλονίκη θα αφηνόταν να παρασυρθεί στον σκούρο κόσμο των σκιών της. Άθελά της η Αλίζα ανατρίχιασε. Τι γύρευε αυτή από αυτόν τον κόσμο; Τι γύρευε σ’ αυτή την πόλη των σκιών; Δεν προλάβαινε, όμως, να σκεφτεί περισσότερο, γιατί είχε φτάσει. Το μνημείο ήταν ακριβώς απέναντι. Τώρα βλέπουμε την Αλίζα να διασχίζει το οδόστρωμα της λεωφόρου που ονομάζεται, καθόλου τυχαία, της Νίκης και να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το μνημείο που αρχίζουν να το σκεπάζουν οι σκιές. Πολλές σκιές. Έρχονται από την πλατεία που, με τη σειρά της, σχεδόν ειρωνικά, ονομάζεται της Ελευθερίας. Η Αλίζα δεν προλαβαίνει να βυθιστεί και να τις δει, γιατί αυτήν ακριβώς τη στιγμή βλέπει –τι βλέπει;–, όχι, δεν είναι οικείες αγαπητικές, θρηνητικές σκιές, παρά άλλες, αλλόκοτες σκιές με σάρκα και οστά. Έχουν σάρκα και οστά οι σκιές; Λίγα λεπτά αργότερα, δέκα δώδεκα το πολύ, οι αλλόκοτες αυτές σκιές θα έχουν ενωθεί με τις μαβιές αποχρώσεις του σούρουπου. Η Αλίζα κοκαλωμένη στη θέση της. Σχεδόν αποσβολωμένη. Μία από τις σκιές έρχεται τώρα προς το μέρος της. Τρέχοντας. Τρέχουν οι σκιές; Πριν την οποια- δήποτε απάντηση, η Αλίζα προλαβαίνει να συγκρατήσει στη μνήμη της το νεαρό πρόσωπο με τα τραβηγμένα από έναν έξαλλο θυμό χαρακτηριστικά και προπαντός το βλέμμα. Bλέμμα άγριου εκδικητικού ζώου, βλέμμα που πεταρίζει αδιάκοπα από την ένταση, ανίκανο να εστιάσει, να αφεθεί να βυθιστεί σ’ ένα άλλο βλέμμα το οποίο, όμως, για ελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου κάτι σαν αστραπιαία περισσότερο λάμψη συναντιέται με το έκπληκτο σαν κεραυνοβολημένο δικό της. Όταν λίγα λεπτά αργότερα η Αλίζα ανακτώντας την ψυχραιμία της θα πλησιάσει στο μνημείο, θα σταθεί μπροστά του και θα δει, θα καταλάβει. Δύο ημέρες αργότερα, οι εφημερίδες της πόλης και εκείνες του αθηναϊκού κέντρου, καθώς και οι ηλεκτρονικές απόγονοί τους, θα αφιερώσουν ένα μικρό μονόστηλο που θα πληροφορεί για τη βεβήλωση του μνη- μείου του Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη από αγνώστους και θα δημοσιεύουν και τη σχετική διαμαρτυρία του Κεντρικού Ίσραηλιτικού Συμβουλίου. Τα ελληνικά που γνωρίζει η Αλίζα, όχι και τόσο επαρκή, είναι αλήθεια, ικανά, ωστόσο, να της επιτρέψουν να διαβάσει, να δει ή ακόμη και να ακούσει τη σχετική είδηση παρατείνοντας, έτσι, το συναίσθημα που της έχουν προκαλέσει ό,τι σχεδίασαν και έγραψαν οι άγνωστες σκιές στο μνημείο. Και ποιο ήταν αυτό το συναίσθημα; Φόβος. Ένας πρωτόγνωρος πλην σχεδόν σπλαχνικός, αρχέγονος, θα μπορούσε να πει κανείς, φόβος.

Frau mit Kind auf Schwarzweißfoto

Το ίδιο εκείνο βράδυ, η μόλις προ δύο ημερών αφιχθείσα στη Θεσσαλονίκη εικοσιεπτάχρονη μεταπτυχιακή φοιτήτρια Ίστορίας του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ, που εδώ ονομάζουμε Αλίζα και της οποίας το επώνυμο μπορεί να είναι Κοέν, Μόλχο, Νατάν, Πάρδο ή Αμπραβανέλ, βλέπει το εξής όνειρο:

Είναι περασμένα μεσάνυχτα, γενικώς ώρα αμφιλεγόμενη και άκρως μυθιστορηματική, ανάμεσα σε νύχτα βαθιά και ημέρα που παλεύει αθόρυβα να την εκτοπίσει, τέλος πάντων ώρα που επιτρέπεται στους ζωντανούς να επικοινω- νήσουν με τον κόσμο που αχόρταγα τους περιμένει. Η Αλίζα με μάτια φαινομενικά κλειστά αλλά ουδόλως ανίκανα να δουν το αθέατο, βλέπει την πόρτα του δωματίου του ξενοδοχείου όπου έχει καταλύσει να ανοίγει με αθόρυβο θόρυβο, όπως γίνεται στα όνειρα και στα μυθιστορήματα, και βλέπει τις δύο γυναίκες που μπαίνουν σχεδόν σαν να πετούν μπαίνουν και καθώς πλησιάζουν η Αλίζα τις αναγνωρίζει, μα ναι, είναι η γιαγιά Λούνα και η γιαγιά Ρέινα είναι, μα πώς βρέθηκαν εδώ στο δωμάτιό μου στη Θεσσαλονίκη, έναν χρόνο είναι πεθαμένη η γιαγιά Λούνα δύο η γιαγιά Ρέινα, αλλά πριν η Αλίζα προλάβει να αντισταθεί στα όσα επιβάλλουν τα όνειρα, η γιαγιά Λούνα και η γιαγιά Ρέινα έχουν πλησιάσει στο κρεβάτι της και αναγκάζουν την κοιμωμένη να αναρωτηθεί μα τι φοράει η γιαγιά Λούνα και πόσο νέα είναι ούτε είκοσι δεν την κάνω και ναι φαίνεται σχεδόν καθαρά μέσα στην αχλύ του ονείρου μου στολή φοράει η γιαγιά Λούνα στολή και στα μαλλιά της τα όμορφα κόκκινα μαλλιά της δίκοχο αλλά πότε πήγε η γιαγιά Λούνα στον στρατό εγώ πήγα δύο ολόκληρα χρόνια πήγα και ο αδελφός μου τρία, χορτάσαμε στρατό, εκείνη όμως όχι, αν και στα όνειρα όλα γίνονται, και να τώρα η γιαγιά Λούνα όμορφη, νέα, με στολή στρατιωτική πλησιάζει όλο και πλησιάζει έχει αφήσει πίσω της τη γιαγιά Ρέινα που όμως τη φωτίζει ένα φως δεν ξέρω από πού έρχεται έξω είναι ακόμη σκοτάδι αλλά τη γιαγιά Ρέινα τη φωτίζει αυτό το λευκό φως τη λούζει ολόκληρη και έτσι μπορώ να τη δω καλύτερα, είναι κι αυτή νέα όμως τόσο θλιμμένη, αχ γιαγιά Ρέινα, γιατί είσαι πάντα θλιμμένη γιατί τα μεγάλα καστανά σου μάτια κοιτάζουν συνέχεια κάπου πίσω τι φοβάσαι γιαγιά Ρέινα τι φοβάσαι, αλλά εκείνη δεν απαντάει παρά κάθεται στην πολυθρόνα απέναντι και καθώς αυτό το απόκοσμο λευκό φως συγκεντρώνεται και φωτίζει μόνον το χέρι της γιαγιάς Ρέινα εκεί από την παλάμη έως τον αγκώνα της μπορεί η Αλίζα μέσα στο όνειρό της να διακρίνει τους έξι αριθμούς, ναι είναι οι ίδιοι εκείνοι αριθμοί θυμάται, πάντα μέσα στο ίδιο όνειρο, που είχαμε δει για πρώτη φορά εγώ και ο αδελφός μου τότε, πότε αλήθεια, πέντε θα ήμουν κι εκείνος ούτε επτά καλοκαίρι ήταν ένα πάρα πολύ ζεστό καλοκαίρι όπως είναι τα περισσότερα στο Τελ Αβίβ, στην ακρογιαλιά ήμασταν πλατσουρίζαμε στα κύματα εγώ και ο αδελφός μου ρίχναμε ο ένας στον άλλον νερά με τα κουβαδάκια μας κάναμε πύργους στην άμμο γράφαμε τις πρώτες λέξεις μας, όταν η γιαγιά Ρέινα που καθόταν κάτω από τη μεγάλη μας ομπρέλα και μας κοιτούσε με τα μεγάλα καστανά της μάτια δεν άντεξε τη ζέστη και σήκωσε τα μανίκια της, δεν είχαμε έως εκείνην τη στιγμή της ζωής μας δει γυμνά τα χέρια της γιαγιάς Ρέινα, πάντα είχε κατεβασμένα τα μανίκια της πρώτος διέκρινε τους έξι αριθμούς που είχαν ένα χρώμα μπλαβί σαν κάτι σάπιο και τρομακτικό μαζί ο αδελφός μου, από κοντά του έτρεξα κι εγώ κι έπειτα μικρά παιδιά ήμασταν δεν ξέραμε, πώς να ξέρουμε, η γιαγιά Ρέινα ζωγράφισε αριθμούς στο χέρι της η γιαγιά Ρέινα έκανε τατού στο χέρι της, αρχίσαμε να φωνάζουμε και οι δύο μαζί και να δείχνουμε τη γιαγιά Ρέινα πες μας τους αριθμούς, γιαγιά Ρέινα, πες μας να τους γράψουμε στην άμμο και τότε ή είναι τώρα ή είναι πάντα, από τα μάτια της γιαγιάς Ρέινα αρχίζουν να τρέχουν δάκρυα και μόνον δάκρυα, γιατί η γιαγιά Ρέινα δεν κλαίει ακριβώς, το πρόσωπό της μένει ακίνητο το βλέμμα της κοιτάζει κάπου πίσω κάπου μακριά, όμως τα δάκρυα τρέχουν τρέχουν ώσπου διαλύονται μέσα στην αχλύ του λευκού φωτός ώσπου διαλύεται και η γιαγιά Ρέινα μέσα σ’ αυτό γίνεται ένα με το λευκό φως σαν να την παίρνει μαζί του το λευκό φως και χάνεται από το όνειρο της Αλίζα. Μένει μέσα στο όνειρο μόνον η γιαγιά Λούνα, πάντα με τη στρατιωτική στολή και τα ωραία πλούσια κόκκινα μαλλιά της, να την αρχίζει να τραγουδάει εκείνο το γνώριμο στην κοιμωμένη ανιψιά της νοσταλγικό τραγούδι σ’ εκείνην τη γλώσσα την πολύ παλιά αλλά όχι ξεχασμένη, για μια πολιτεία αγαπημένη που δεν χάθηκε, για μια αγάπη που δεν έσβησε, για μια ζωή που δεν πέθανε.

Κείμενο: Έλενα Χουζούρη. Απόσπασμα από το μυθιστόρημά της Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ, εδκ. Πατάκη 2016. Φωτογραφίες: Αρχείο της Ισραηλίτικης Κοινότητας Θεσσαλονίκης.

Για τη συγγραφέα:

Η Έλενα Χουζούρη έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, δοκίμια και μελέτες για πρόσωπα („Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου”) και θέματα της ελληνικής λογοτεχνίας („Ο στρατός στη νεοελληνική λογοτεχνία”), μία συγκεντρωτική έκδοση κριτικών της για Έλληνες ποιητές και μία συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της (2011). Στην πεζογραφία εμφανίζεται τον Δεκέμβριο του 2004 με το μυθιστόρημα „Σκοτεινός Βαρδάρης” (Κέδρος), υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (βραχεία λίστα) και υποψήφιο για το βραβείο BALKANIKA 2006 – εκπροσωπώντας την Ελλάδα. Το φθινόπωρο του 2009 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της „Πατρίδα από βαμβάκι” (Κέδρος), υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών, μυθιστόρημα που συμπεριελήφθη στη βραχεία λίστα των λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού „Διαβάζω”. „Ο Σκοτεινός Βαρδάρης” έχει μεταφραστεί στα σερβικά, βουλγαρικά και τουρκικά. Ποιήματα, διηγήματα και κριτικές της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις, καθώς και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ως κριτικός λογοτεχνίας έχει συνεργαστεί με την „Καθημερινή” (1995-2000) και τη „Βιβλιοθήκη” της „Ελευθεροτυπίας” (2000-2009). Κατά καιρούς συνεργάζεται με τις „Αναγνώσεις” της „Αυγής”. Οργάνωσε και διηύθυνε τις λογοτεχνικές σειρές „Γραφές της Αθωότητας” (1998) και „Ένα γράμμα για σένα” (2001) στις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Διετέλεσε σύμβουλος έκδοσης ξένης λογοτεχνίας στις εκδόσεις Πατάκη (1992-1996) και ελληνικής λογοτεχνίας στις εκδόσεις Λιβάνη (1996-1999).

Print Friendly, PDF & Email

Αυτή η καταχώρηση είναι διαθέσιμη στα: DE

Γράψτε σχόλιο

Η διεύθυνση του ηλεκτρονικού σας ταχυδρομείου δεν θα είναι δημόσια ορατή. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *. Το σχόλιο που μας στέλνετε αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων μας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στη » Δήλωση περί Απορρήτου